Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα - Freestyle ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα - Freestyle ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Νοεμβρίου 02, 2016

Μεσοτοιχία

μπονζάι

Μου ’πε η μάνα μου, για τότε που ζούσανε σ’ ένα ημιυπόγειο στην πλατεία Βάθης. Βόλευε να παίρνει ο πάππος το λεωφορείο για το εργοστάσιο στα Οινόφυτα. Κείνο το σπίτι, το σπίτι των φοιτητικών της χρόνων, ήταν μεσοτοιχία με μπουρδέλο. Και καμιά φορά οι πελάτες χτύπαγαν την λάθος πόρτα. Κι η γιαγιά, που καθάριζε σκάλες, τι να πει. Τι να πει εκείνη, τι να πω κι εγώ, που οι ζωές τους έμοιαζαν νεορεαλιστική ταινία. Όλη η ζωή μου μια μεσοτοιχία.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2013

Ο Μεσσίας


Τριάντα δύο χρονών μαντράχαλος και δεν έχω δουλέψει ποτέ. 
Δεν χρειάστηκε. Σπουδές, βέβαια, έκανα και με το παραπάνω. Ξεκίνησα με Οικονομικά, το γύρισα στη Διαφήμιση, αλλά πτυχίο κατάφερα να πάρω μόνο στη Δημιουργική Γραφή. Δέκα ολόκληρα χρόνια μου πήραν όλα αυτά στη Νέα Υόρκη. Κι όταν γύρισα επιτέλους πίσω στην πατρίδα, έφερα στις αποσκευές μου την Κρίση, και οι φίλοι μου άρχισαν να μεταναστεύουν για ένα καλύτερο αύριο. Oι παιδικοί μου φίλοι. Οι φίλοι που είχα στους Αμπελόκηπους, πριν μετακομίσουμε στη Φιλοθέη.
   Ο πατέρας μου ήταν εργολάβος, τις πρώτες μεγάλες δουλειές τις ανέλαβε τη δεκαετία του ’90, και με τους Ολυμπιακούς απογειώθηκε. Είναι πλέον συνταξιούχος. Εκατομμυριούχος συνταξιούχος. Είχε φίλους υψηλά ιστάμενους ο πατέρας και κάρτα στο κόμμα από το ’81 και πληροφορίες από μέσα την κατάλληλη στιγμή. Τα μετρητά πρόφτασε και τα έβγαλε έξω έγκαιρα, άγχος δεν έχει.
Θυμάμαι την ημέρα που ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε απ’ το Καστελόριζο ότι μπήκαμε στο ΔΝΤ, ο πατέρας με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε πως έγραψε στο όνομά μου μια πολυκατοικία στο Νέο Ψυχικό. Πενταόροφη. Όλη δική μου.
Αλλά αυτό δεν θα με βοηθούσε να γίνω συγγραφέας. Είχα ήδη δεχτεί 23 απορριπτικές επιστολές και για αυτοέκδοση ή μεσολάβηση του πατέρα δεν ήθελα να ακούσω κουβέντα. Ό,τι έκανα θα το έκανα με την αξία μου.
Την κατάρα μου να ’χεις να ζεις σε ενδιαφέρουσα εποχή, έλεγε η παλιά κινέζικη παροιμία, αλλά εγώ ζούσα λες και ήμουν σε άλλη εποχή. Ο καθένας ένιωθε την Κρίση στο πετσί του, είχε το υλικό για ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, αλλά όχι εγώ. Πώς θα έγραφα το συναρπαστικό έργο που θα αφορούσε την εποχή, το έργο που πάντα ονειρευόμουν; 
Στην αρχή άρχισα να πηγαίνω για έρευνα στα συσσίτια και στις πορείες, να φωτογραφίζω, να κρατώ σημειώσεις. Μα γρήγορα κατάλαβα πως αυτό δεν αρκούσε. Άλλο πράγμα το βίωμα, άλλο παρατηρητής. Αν δεν ξόρκιζα από πάνω μου τις αμαρτίες του πατέρα, πώς θα γινόμουν άνθρωπος του πνεύματος;
«Θα τον σκοτώσω!»
«Σιγά μη σκίσεις κάνα καλσόν», μου είπε η Τζένη το βράδυ της θείας φώτισης σε κάποιο μπαρ του κέντρου.
Κατέβηκα και με τους αγανακτισμένους στην πλατεία Συντάγματος. Χωρίς φωτογραφική μηχανή, χωρίς σημειωματάριο. Κατέβηκα για να ζήσω. Γνώρισα άνεργους, χρεοκοπημένους, υποψήφιους αυτόχειρες. Ένα μυθιστόρημα η ζωή του καθενός, όχι όμως η δική μου.
Εκείνα τα βράδια έμενα άγρυπνος ώς αργά και με τα πολλά αποφάσισα να δωρίσω ένα διαμέρισμα από την πολυκατοικία του Ψυχικού στη μικρότερη αριστερή οργάνωση της χώρας. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για τον κοινό αγώνα. Πήγα, έψαξα, βρήκα την οργάνωση που είχε λάβει τις λιγότερες ψήφους στις εκλογές, κι έβαλα συμβολαιογράφους και τα κανονίσανε. Παρ’ όλα αυτά, το επόμενο πρωί εξακολουθούσα να αισθάνομαι χάλια.
«Θα τον σκοτώσω!»
«Πιες τουλάχιστον πρώτα το ουίσκι σου», μου είπε η Τζένη την ημέρα της θείας φώτισης αποτελειώνοντας το δικό της.
Μάζεψα όλα τα ρούχα μου, τα πανάκριβα ρούχα και παπούτσια μου, και τα πήγα σε μια εκκλησία να τα μοιράσουν στους φτωχούς. Για αντάλλαγμα πήρα από εκεί ό,τι παλιόρουχα βρήκα. Τα φορούσα και κατέβαινα στο κέντρο να αναμειχθώ με το πλήθος,  να  ξεχάσω.
«Θα τον σκοτώσω!»
«Σκάσε επιτέλους, σε βαρέθηκα…»
Ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν που τον είχα πατέρα, που συνέχιζε να γλεντοκοπά με τους διεφθαρμένους του φίλους λες και δεν συνέβαινε τίποτα· που είχα ολόκληρη πολυκατοικία στο Ψυχικό, που για γενέθλιο δώρο μου πήρε πενήντα χιλιάδες ευρώ σε γερμανικά ομόλογα. Ήθελα να βοηθήσω όλους τους απολυμένους, τους χρεοκοπημένους, αλλά δεν ήξερα πώς. Στους ζητιάνους έδινα εικοσάευρα, στα μπαρ κερνούσα συνεχώς, δάνειζα λεφτά σε αγνώστους.
«Το μόνο που θέλω είναι να κάνω τον κόσμο χαρούμενο».
«Σκοτώνοντας τον πατέρα σου δεν νομίζω… Εκτός αν έχεις πατέρα πολιτικό!» 
Ναι, ήθελα να κάνω τον κόσμο χαρούμενο, να δει με αισιοδοξία το αύριο, να χορέψει και πάλι συρτάκι με τον Ζορμπά. Αυτός ήταν πλέον ο στόχος μου. Είχα βρει επιτέλους το δικό μου, το απόλυτο μυθιστόρημα, αλλά θα το έγραφα αφότου το ζούσα.
Ένα απ’ τα πρώτα που σκέφτηκα εκείνο το βράδυ της θείας φώτισης που τρέκλιζα στην μπάρα ήταν να φύγω για το Άγιο Όρος. Το πήρα πίσω μετά το πέμπτο ουίσκι. Ποιος αναχωρητής έκανε τον κόσμο χαρούμενο; Μήπως να γινόμουν επαναστάτης; Τρομοκράτης εκδικητής; Ή μήπως να χάριζα όλη την περιουσία μου σε κάποια φιλανθρωπική οργάνωση;
«Είσαι τρελός;», πετάχτηκε  η Τζένη και με σκούντησε να συνέλθω.
Καθόταν δίπλα μου στην μπάρα και με κοιτούσε με το φλεγόμενο απ’ το ποτό βλέμμα της. Τριανταπεντάρα χορεύτρια σε ένα club που έκλεισε προσφάτως, μελαχρινή και πρόστυχη, γεμάτη τατουάζ και με σκουλαρίκι στη γλώσσα. Πριν από δύο ώρες την είχα γνωρίσει σε εκείνο το μπαρ.
«Θες πολύ να κάνεις τον κόσμο χαρούμενο;», μου είπε.
«Όσο τίποτα…», αποκρίθηκα. «Δεν μπορώ να αντέξω τα μίζερα πρόσωπά τους, παντού, όπου κι αν γυρίσω, με κοιτούν λες και φταίω εγώ!»
«Λοιπόν… σκέφτηκα κάτι», μου είπε και με κοίταξε λοξά αδειάζοντας με μια γουλιά το ποτήρι της. «Βέβαια είναι κάτι που θα έχει αποτέλεσμα μόνο στον μισό πληθυσμό…»
Την κοίταξα απορημένος και είπα:
«Είναι μια αρχή…»
Με τράβηξε απ’ το χέρι και κλειστήκαμε στις γυναικείες τουαλέτες και άνοιξε τα πόδια της, σήκωσε πάνω τη φούστα της, εσώρουχο δεν φορούσε. Τα πόδια της σφριγηλά και καλλίγραμμα και ένας ήλιος τατουάζ ήταν ζωγραφισμένος γύρω απ’ το ξυρισμένο μουνί της. Κοίταξα μέσα της και είδα το φως το αληθινό και έπειτα γύρισα σ’ εκείνη λυτρωμένος.
«Τι με κοιτάς σαν βλάκας», μου είπε, «δεν θες να με κάνεις χαρούμενη; Γλείψε!»
Από τότε ξεκίνησα να τριγυρνώ σε μπαρ και καφέ, σε παραλίες, γυμναστήρια και κολυμβητήρια, με ή χωρίς την Τζένη, αναζητώντας να θυσιαστώ για ένα τους χαμόγελο, να προσφέρω ηδονή. Να πετάξω στα σκουπίδια τη δική μου απόλαυση, να σκύψω, να υποταχτώ, να γλείψω για να δώσω χαρά σ’ εκείνες. Δεν θα έπλενα τα πόδια τους, δεν θα χρησιμοποιούσα καθόλου χέρια. Θα πρόσφερα τη γλώσσα μου, ηδονής ναρκωτικό, να ταξιδέψουν στη νιρβάνα του οργασμού.
Ποτέ μου δεν θα έγραφα το μυθιστόρημα που ονειρευόμουν, δεν είχα το ταλέντο, καιρός ήταν να το παραδεχτώ. Η γλώσσα της θείας φώτισης με έχρισε όμως Μεσσία.


---

Το διήγημά μου στη συλλογή διηγημάτων Crisis: 10+1 (εκδόσεις Vakxikon.gr). Συμμετέχουν: Νίκος Κουνενής, Μαρία Ξυλούρη, Τζούλια Γκανάσου, Βάσια Τζανακάρη, Μαρία Φακίνου, Βαγγέλης Μπέκας, Στέργια Κάββαλου, Μαίρη Κλιγκάτση, Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Ιορδάνης Κουμασίδης, Johnny Handsome. 


Πατώντας εδώ μπορείτε να διαβάσετε ή να κατεβάσετε δωρεάν το βιβλίο. 


Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2012

Το μεγαλύτερο έγκλημα

Όχι, δεν βρέθηκα στο τμήμα γιατί έκλεψα. Ούτε φυσικά γιατί αφαίρεσα κάποιου τη ζωή. Μπορεί να γράφω ιστορίες που αφορούν εγκλήματα, αλλά στη ζωή, παρότι τολμηρός, είμαι ήρεμος και ίχνος εμπάθειας δεν έχω κανένα.

Όλα ξεκίνησαν ενώ έκανα την καθιερωμένη βόλτα μου στην Ερμού, παρατηρώντας τους περαστικούς φορτωμένους με ψώνια. Όχι, όχι, εγώ δεν ακολουθώ το παράδειγμά τους. Αφού το πορτοφόλι μου λιμοκτονεί. Δεν είναι θέμα οικονομικής κρίσης, αλλά επαγγέλματος.

Η γυναίκα μου αντιμετωπίζει με κατανόηση την οικονομική μου στενότητα. Εξάλλου, έχω εξασφαλίσει την ψυχαγωγία της. Γράφω περιστασιακά σε ένα περιοδικό για κινηματογράφο -χωρίς βέβαια, να πληρώνομαι- οπότε μπορώ να της προσφέρω δωρεάν τις καλύτερες ταινίες στις δημοσιογραφικές προβολές. Και στις ποιητικές βραδιές περνάμε περίφημα. Ειδικά όταν οι απαγγελίες σταματήσουν και πλησιάσουμε επιτέλους στον μπουφέ.

Παρατηρώντας τα τεκταινόμενα στην Ερμού, αναθεμάτιζα τη μοίρα μου που δεν με έκανε ινδιάνο με φτερά στο κεφάλι ή δεν μου’ μαθε βιολί να κερδίζω τη συμπάθεια των περαστικών με τη δεξιοτεχνία μου. Που ούτε ένα πόδι δεν μού ’κοψε σε ναρκοπέδιο συνόρων, ώστε να γίνω ένας καθωσπρέπει ζητιάνος.

Απεναντίας με έκανε συγγραφέα. Και μάλιστα συγγραφέα ποιοτικών βιβλίων. Μπορεί να μην με πιστεύετε, βλέποντάς με σε αυτή την κατάσταση, αλλά έχω γράψει 5 μυθιστορήματα. Μάλιστα, ένα από αυτά βραβεύτηκε από ένα λογοτεχνικό περιοδικό.

Οι κριτικοί με έχουνε καλομάθει. Δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει αρνητική κριτική για το έργο μου, πέρα από δυο τρεις εξαιρέσεις που δεν τις έλεγες κριτικές, μα λιβέλους. Παρ’ όλα αυτά ποτέ μου δεν κατάφερα να πουλήσω πάνω από 3.000 αντίτυπα. Βγάζοντας ένα βιβλίο το χρόνο, μου αναλογούν γύρω στα 5.000 € που δεν φτάνουν ούτε για το νοίκι.

Δεν το κρύβω πως έχω προσπαθήσει να γράψω και ροζ λογοτεχνία, με ψευδώνυμο, αλλά το χειρόγραφό μου απορρίφθηκε. Κανείς δεν ξεγελιέται τόσο εύκολα. Πρέπει να το έχεις στο αίμα σου.

Ήμουν, λοιπόν, απελπισμένος. Πρέπει να καταλάβετε, Α-Π-Ε-Λ-Π-Ι-Σ-Μ-Ε-Ν-Ο-Σ! Στην αρχή δεν μου πέρασε από το μυαλό, παρότι παρατηρούσα συχνά όλους αυτούς τους τύπους που έστεκαν στον πεζόδρομο ντυμένοι άγγελοι, Άραβες, νεράιδες ή πολεμιστές να ζητούν τον οβολό μας. Μονάχα όταν τους πλησίασα και διαπίστωσα ότι κάποιοι εξ αυτών δεν ήταν απλώς ξεπεσμένοι ηθοποιοί, μα μαυριδερότατοι μετανάστες που είχαν βάψει το πρόσωπό τους λευκό για να παραπλανήσουν ακόμα και τους πιο ακραίους εθνικόφρονες.

Σήκωσα το χέρι και χάιδεψα το πιγούνι μου. Γιατί να μην το έκανα κι εγώ; Ποιος θα με καταλάβαινε; Θα έβαφα το πρόσωπό μου, θα φόραγα κελεμπία και θα κρατούσα ένα λουλούδι στο χέρι για να δείχνω ρομαντικός.

Το επόμενο κιόλας πρωί έβαλα μπρος το σχέδιό μου. Τη φοβόμουν, βέβαια, την Ερμού, καθώς σύχναζαν αρκετοί γνωστοί. Ήταν, όμως, η πιο επικερδής πιάτσα που μπορούσα να φανταστώ. Πουθενά αλλού δεν είχα δει τόσα χαρούμενα πρόσωπα. Τις χρειάζεται τις γελαστές φάτσες η ζητιανιά.

Πρέπει να ήταν γύρω στις 10 το πρωί όταν κάθισα στο πόστο μου. Μαζί μου είχα ένα μισόλιτρο τσίπουρο, το οποίο είχα σχεδόν τελειώσει μέχρι να φτάσω.

Και νά σου τα σαλαμαλέκουμ. Και νά σου τα καραγκιοζιλίκια. Γύρω μου μαζεύτηκε κόσμος, κόσμος πολύς - αναθάρρησα. Το τενεκεδάκι μου γέμισε κέρματα. Αν συνέχιζα με αυτό το ρυθμό, σε λίγο θα ξεπερνούσα και την αμοιβή που είχα πάρει κάποτε από μια εφημερίδα για να γράψω ένα διήγημα με τίτλο «Επιστροφή στην κόλαση».

Σύντομα όμως θα ζούσα την πραγματική κόλαση.

Δεν τον είχα προσέξει αμέσως, πρέπει να βρισκόταν αρκετή ώρα εκεί. Στεκόταν χαμογελαστός ανάμεσα στο πλήθος που με χάζευε, παρέα με τη μικρή του κόρη. Τι ύφος, τι στιλ! Αληθινός αριστοκράτης, ο εκδότης μου.

Φορούσε ένα πανάκριβο παλτό (προσωπικά θα προτιμούσα ένα σαν εκείνο του Τζωρτζ Γκρημπ στο «Αναζητώντας τον κ. Γκρην») και καινούργια γυαλιά ηλίου, ενώ η κόρη του, με κάτι παρδαλά πιαστράκια στα μαλλιά, κρατούσε πλαστικές τσάντες των πιο ακριβών καταστημάτων του κέντρου.

Παρότι ήμουν βέβαιος ότι η λευκή βαφή έκρυβε την όψη μου, είχα σχεδόν παραλύσει. Ειδικά όταν η κόρη του πλησίασε και μου έριξε ένα 50λεπτο μέσα στο τενεκεδάκι, σχεδόν κατουρήθηκα πάνω μου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, σε λίγο άκουσα τον εκδότη μου, να λέει:

«Κοίτα να δεις μερικές συμπτώσεις!»

Γυρίζοντας προς τα κει, είδα τον πρόεδρο της επιτροπής κρατικών βραβείων, συνοδευόμενο από τον μεγαλύτερο σταρ της λογοτεχνικής κριτικής να τον πλησιάζουν.

Ο εκδότης μου τους μιλούσε πρόσχαρα κι εκείνοι έδειχναν ιδιαίτερα ευδιάθετοι. Ίσως να τους έλεγε για το τελευταίο μου βιβλίο, το πιο αδικημένο από όλα. Ναι, ακριβώς αυτό πρέπει να τους έλεγε. Άξιζε σίγουρα το κρατικό βραβείο. Το κρατικό βραβείο θα με έβγαζε από τη δύσκολη θέση.

Τότε, όμως, έφτασε το παρατεταμένο σφύριγμα και οι τρομαγμένες φωνές. «Police, police!» ούρλιαξε κάποιος μαύρος ξερακιανός και σχεδόν αμέσως οι μετανάστες που βρισκόταν δίπλα μου φόρτωσαν την πραμάτεια τους στον ώμο και το ‘βαλαν στα πόδια. Άρπαξα τα κέρματα απ’ το τενεκεδάκι και τους ακολούθησα δίχως δεύτερη σκέψη, φορώντας την κατάλευκη κελεμπία μου που με δυσκόλευε.

Πέρασα τρέχοντας έξω από το Public, τον Ελευθερουδάκη, τον Ιανό, τον Παπασωτηρίου, την Πολιτεία, όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Γεμάτα βιβλιοφάγους, πωλητές, βιβλία και χρήμα που έρεε άφθονο. Τόσος πολύς κόσμος να ζει από το βιβλίο κι εγώ που βγάζω με πόνο τον καρπό απ’ τη γη, να έχω πίσω μου έναν αστυνομικό να με κυνηγά λυσσαλέα.

Αποφάσισα να στρίψω προς τα Εξάρχεια. Δεξιά κι αριστερά στην πορεία μου εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοκαφέ και τυπογραφία, έσφυζαν από ζωή και δημιουργικό οργασμό, ενώ εγώ συνέχιζα να τρέχω για να σωθώ από τον υπερβάλλοντα ζήλο εκείνου του μπάτσου. Θα με είχε περάσει για μετανάστη, ο ηλίθιος.

Κάπου λοιπόν στη δαιδαλώδη βιομηχανία του βιβλίου των Αθηνών, η κελεμπία μου πιάστηκε σε μια γωνιά και σωριάστηκα στην άσφαλτο, ακριβώς έξω από την Πρωτοπορία.

Ήθελα να φωνάξω:

«Κάνετε λάθος, δεν είμαι μετανάστης, συγγραφέας είμαι, συγγραφέας!»

Τότε, όμως, πρόσεξα μέσα από την τζαμαρία του βιβλιοπωλείου την ταμεία να τοποθετεί το τελευταίο μου βιβλίο σε μια πλαστική σακούλα και να χτυπά την απόδειξη στην ταμειακή μηχανή. Ντράπηκα. Ήταν κι όλα εκείνα τα βλέμματα των βιβλιόφιλων, που είχαν βγει έξω και με κοίταζαν.

Ευτυχώς, δεν με αναγνώρισαν. Παρ’ όλα αυτά προσπάθησαν να πείσουν τον λαχανιασμένο αστυνομικό να με αφήσει, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος και με έσυρε στο τμήμα σαν να ’μουν κανένας εγκληματίας.

Τρεις ώρες με είχανε να περιμένω έξω από το γραφείο του ανακριτή.

«Πάλι καλά που δεν με πέτυχε κανένας δημοσιογράφος», συλλογιζόμουν, μα λίγο αργότερα δυο αλλόκοτες εικόνες κεραυνοβόλησαν τη σκέψη μου.

Το βαμμένο πρόσωπό μου, πρωτοσέλιδο σε σκανδαλοθηρικό έντυπο.

Και η αυτοσχέδια τσέπη της κελεμπίας μου, γεμάτη χαρτονομίσματα.




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δέκατα (Άνοιξη 2010). Θέμα τεύχους: η ζωή του συγγραφέα.Μοιράστηκε στην «Πerformance διήγημα δρόμου» τον Οκτώβριο του 2010.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2011

Τα σκοτάδια


Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια. Πάει πάνω από μήνας που την είδα τελευταία φορά, σας λέω είμαι πλέον καλά, βλέπω μονάχα έναν τύπο με φθαρμένο γκρι σακάκι να με παρακολουθεί κρυμμένος στις γωνιές του δρόμου, λεπτός, αρρωστιάρης, τα μάγουλά του μαζεμένα μες στο στόμα του, μασάει και τα δαγκώνει. Θα ’χει μάθει για τα περασμένα μεγαλεία, ο ηλίθιος, θα ’χει βάλει στο μάτι την περιουσία που σκόρπισα στα μπαρ και τις πουτάνες. Ωραίες οι πουτάνες, αλλά και το ουισκάκι, α, όλα κι όλα, το άγιο ουισκάκι, το φόρτωσαν βέβαια φόρους, στο διάολο το ουίσκι, στο διάολο ρε, ζήτω η ρετσίνα, ζήτω η Ελλάδα!

Πριν μέρες, που κατέβηκα στο κέντρο και στήθηκα στην ουρά για το συσσίτιο, τον είδα πάλι, στεκόταν μπάστακας, επτά-οκτώ ζήτουλες πίσω από μένα. Τον μαλάκα. Δεν έχει προσέξει τις τρύπιες μπότες μου, το παλιό παλτό που φοράω, πώς είναι δυνατόν να κρύβω μέσα στο σπίτι λεφτά, στο συσσίτιο γιατί έρχομαι, για να βγάλω γκόμενες με σάπια δόντια; Τρελός είναι, θεόμουρλος, δεν σας έτυχε ποτέ να σας παρακολουθεί κάποιος που ’χει χάσει τα λογικά του; Τον κοίταζα κι απέφευγε το βλέμμα μου, έσκυβε δήθεν για να δέσει τα κορδόνια του, ο διεστραμμένος, ο σιχαμένος, ο ασβός.
Νομίζει πως στο σπίτι έχω ακόμα πράγματα αξίας, σε γελάσανε φιλαράκο, τα πούλησα όλα όταν ξέμεινα, εδώ κι αρκετό καιρό, τα έπιπλα, την τηλεόραση, το παλιό πικάπ, το κρεβάτι, τα πάντα... Έπειτα άρχισα να πουλάω και τα βιβλία.

Στο σπίτι μου έχουν απομείνει μόνο βιβλία, εκατοντάδες, χιλιάδες παλιά βιβλία της μάνας μου, ένα στρώμα και μια κουβέρτα. Είχε εμμονή με τα βιβλία η μάνα μου, ήθελε να με κάνει ακαδημαϊκό της λογοτεχνίας, να διδάσκω σε πανεπιστημιακές αίθουσες, να γίνω σπουδαίος, μεγάλος και τρανός, βέβαια, θα προτιμούσε να γίνω συγγραφέας, αλλά από μικρός φάνηκε πως δεν είχα αρκετό ταλέντο, έτσι έκρινε η μάνα μου. Γιατί η μάνα μου δεν ήθελε να γίνω ένας τυχαίος συγγραφέας, ήθελε να γίνω μεγάλος συγγραφέας, σαν τους Ρώσους κλασικούς που λάτρευε από μικρή.

Αυτή με πήρε στο λαιμό της, να ξεκινήσω το διδακτορικό για τους μεγάλους Ρώσους, «θα σε στηρίξω οικονομικά εγώ», μου ’πε, αλλά η παλιοαρρώστια την ξέκανε σε ένα τρίμηνο. Παράτησα αμέσως το διδακτορικό, είχα σκυλοβαρεθεί εδώ και καιρό. Αχ μάνα, μ’ άφησες μόνο κι έφυγες, μ’ άφησες μόνο με τα βιβλία και τις πουτάνες, αλλά και οι πουτάνες έφυγαν, τα παλιοπούτανα, έμεινε μόνο η ρετσίνα, χεχέ…

Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια.

Από τότε που ξεκίνησα να πουλάω τα βιβλία της συλλογής της, πρέπει να ’ταν πάνω από πέντε χιλιάδες βιβλία, κι έχω πουλήσει ήδη τα μισά. Είχα αποφασίσει να μην πουλήσω κανέναν Ρώσο, τους είχε μεγάλη αδυναμία η μάνα μου, μα γρήγορα κατάλαβα ότι οι κλασικοί αξίζουν πολλά, ξέρετε πόσο πιάνει Το έγκλημα και τιμωρία; Όσο ένα μπουκάλι ρετσίνα. Και η ρετσίνα με κάνει και βλέπω τα πράγματα καθαρά, ενώ τα χιλιάδες βιβλία μες στο σπίτι δημιουργούν απίστευτες κρυψώνες για τους δαίμονες.

Προχτές είδα πάλι εκείνον τον ξερακιανό να με παρακολουθεί, έκανε τον αδιάφορο, μα ξαφνικά με πλησίασε σαν άνεμος, κρύφτηκε στη σκιά μου, κι όταν άνοιξα την πόρτα του σπιτιού, πέρασε σβέλτα πίσω απ’ την πλάτη μου, και χάθηκε πίσω από τους σωρούς των βιβλίων...

Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια.

Το βράδυ όμως που ξυπνώ, ακούω ψιθύρους μες στο σπίτι, ακούω τον ξερακιανό τύπο να μιλά με μια γριά, ρώσικα, ναι, ρώσικα είν’ αυτά, ορμάω με ουρλιαχτά, προσπαθώ να τους ξετρυπώσω, μα τίποτα, είναι σβέλτοι σαν σκιές, κρύβονται στα σκοτάδια.

Συνωμοτούν εναντίον μου, το αισθάνομαι, κινδυνεύω. Μάζεψα βιβλία κι έφτιαξα φρούριο γύρω απ’ το στρώμα μου, στην μπότα μου έχω μόνιμα περασμένο το παλιό σκουριασμένο τραπεζομάχαιρο, μου τρώει τον αστράγαλο, μούσκεψα στο αίμα, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, σας λέω, κινδυνεύω.

Ο τύπος και η γριά αναμασούν ρώσικες προσευχές και τριγυρνούν μες στο σπίτι ανάμεσα στις σκιές των βιβλίων. Ήταν εχθροί, μα τώρα, τώρα είναι ολοφάνερο, αποφάσισαν να συνωμοτήσουν εναντίον μου, αναζητούν εκδίκηση, αναζητούν τιμωρία, δεν έκανα και κανένα έγκλημα, ρε μάνα, είναι έγκλημα να πουλήσεις ένα βιβλίο για ένα μπουκάλι κρασί, το κρασί ευφραίνει καρδία... το βιβλίο.... το βιβλίο... όχι, όχι δεν είναι έγκλημα που αξίζει τέτοια τιμωρία.

Eχω να κλείσω μάτι από χτες και στην τουαλέτα έχω σταματήσει να πηγαίνω, τα κάνω εδώ, δίπλα στο στρώμα μου, δικά μου σκατά είναι, τα χρησιμοποιώ για λάσπη και μεζέ για τη ρετσίνα, χεχέ, κολλάω τα βιβλία σαν τούβλα, το κάστρο μου πρέπει να είναι γερό, και τα σκατά κολλάνε εξαιρετικά· καφέ μυρωδάτο τσιμέντο.
Το μάτι του Ρώσου γυαλίζει, μάνα, έχεις δει, μανούλα, πώς χειρίζονται αυτά τα ρεμάλια τη φαλτσέτα; Παραφυλά πίσω από τις στοίβες των βιβλίων, θέλει να με πιάσει κοιμισμένο και να μου κόψει το λαρύγγι στα δυο.
Αλλά δεν θα σου κάνω το χατίρι να κοιμηθώ, μουνόπανο!

Αχ, μάνα, τι το ’θελα να πουλήσω το Έγκλημα και Τιμωρία, τόσα βιβλία, αυτό βρήκα, το αγαπημένο σου, το βιβλίο που διάβαζες ξανά και ξανά τις τελευταίες μέρες στο νοσοκομείο, κι έπειτα όταν τα μάτια σου έλειωσαν, το πρόσωπό σου έγινε ζάρες και κόκαλα, μου ζήτησες να σου το διαβάζω εγώ, ναι εγώ, εγώ, ξανά και ξανά από την αρχή, φορές αμέτρητες, ώσπου να ξεψυχήσεις, μανούλα, κι από τότε οι σκιές πύκνωσαν γύρω μου, οι ψίθυροι δυνάμωσαν και το κρύο ήρθε και με βρήκε, τουρτουρίζω, μάνα, τρέμω… Μ’ ακούς καριόλη, θα σου μπήξω το μαχαίρι στ’ αρχίδια, θα σε σκίσω, θέλω να σε δω να τραντάζεσαι, να πεθαίνεις, καριόλη, θα σου ξεριζώσω τη γλώσσα, τα αυτιά, θα σου βγάλω τα μάτια.

Ακούστε, ακούστε τη γριά, φωνάζει: «Όρμα, Ρασκόλνικοφ!»
Σκάσε, μπαμπόγρια, θα σου ξεριζώσω τα βυζιά!
Κρατώ τραπεζομάχαιρο.
Σκοπεύω να την κάνω από δω…
Αλίμονο αν με σταματήσει κανείς στα σκοτάδια.



Κυκλοφόρησε στη συλλογή διηγηματων "Ιστορίες Βιβλίων" (εκδ. Κaστανιώτη). Το σχέδιο που κοσμεί την ιστορία είναι του Φίλιππου Παπανικολάου

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011

Ευθεία ή καμπύλη;


Με λέγανε πατριώτη. Κοροϊδευτικά. Επειδή όταν πήγαινα στην πλατεία έπαιρνα μαζί μου τη γαλανόλευκη που ξέμεινε απ' το ταξίδι στα γήπεδα της Πορτογαλίας όπου είχα πάει να δω την Εθνική. Την ιδέα να κατέβω στην πλατεία Συντάγματος την πέταξε ένας κοντός, που περίμενε μπροστά μου στην ουρά του ΟΑΕΔ. Την ιδέα για το ταξίδι στην Πορτογαλία την είχε ρίξει το πρώην αφεντικό μου.

Λένε πως παράτησε την Cayenne και κυκλοφορεί πλέον με παπάκι. Η τεχνική του εταιρεία χρεοκόπησε και έτσι βρέθηκε άνεργος και μόνος στην πλατεία. Ηταν απίστευτο. Μια κατασκήνωση πολιορκούσε τη Βουλή. Χαρούμενα πρόσωπα και γενικές συνελεύσεις και κιθάρες και μπίρες και συζητήσεις με αγνώστους. Είχα χρόνια να πιάσω κουβέντα με κάποιον άγνωστο, αν εξαιρέσουμε φυσικά τον τύπο στον ΟΑΕΔ που μου άνοιξε τα μάτια.

Την πρώτη φορά που την είδα διάβαζε ακουμπισμένη σ' ένα δέντρο. Είχε κατσαρά μαύρα μαλλιά, τα δόντια της ήταν λίγο αραιά, μα χαμογελούσε κι έλαμπε ο τόπος. Φορούσε ριχτά ρούχα και στα πόδια σαντάλια. Προσπάθησα να δω τον τίτλο του βιβλίου που διάβαζε, σήκωσε το βλέμμα και κοιταχτήκαμε.

"Καλό το βιβλίο;" ρώτησα.

"Κάτι παραπάνω από καλό", αποκρίθηκε.

"Με τι έχει να κάνει;".

"Με διάφορα".

"Οπως;".

"Οπως ότι η ευθεία δεν είναι ο πιο σύντομος δρόμος".

Μου έκανε σίγουρα πλάκα ή ήθελε να με βγάλει τρελό.

"Βλακείες", είπα, "έχω λύσει χιλιάδες ασκήσεις στο γυμνάσιο, το λύκειο, τη σχολή βασισμένες όλες σ' αυτόν τον κανόνα".

"Είσαι απ' αυτούς που έχουν κολλήσει στην εποχή του Νεύτωνα", είπε εκείνη, "ο Αϊνστάιν απέδειξε πως η καμπύλη είναι ο πιο σύντομος δρόμος".

Πού τον θυμήθηκε τον παλιο-Εβραίο, σκέφτηκα, ακούμπησα κάτω τη γαλανόλευκη, κι έκανα υπομονή να ολοκληρώσει.

"Μεγαλώσαμε με βεβαιότητες που αποδεικνύονται ψευδαισθήσεις. Δεν ήσουν σίγουρος μέχρι χθες ότι βάδιζες στον σωστό δρόμο;".

Κατάπια τη γλώσσα μου. Εκείνη χαμογέλασε.

"Ωραία βιβλία διαβάζεις", είπα.

"Ταιριαστά με την εποχή μας", αποκρίθηκε εκείνη.

Δεν ήταν εντυπωσιακή, είχε όμως κάτι που σε κέρδιζε, κάτι γήινο και αιθέριο μαζί. Η Μαρία ήταν ένα αίνιγμα. Οταν τέλειωνε την κάθε της φράση, που ήταν πάντα όμορφη και φιλοσοφημένη, ακολουθούσε το αφοπλιστικό της χαμόγελο, σ' έκανε να χαμογελάσεις αντανακλαστικά. Ηθελα να διαβάσω αυτό το βιβλίο οπωσδήποτε, για πόσο ακόμα θα ζούσα στην εποχή του Νεύτωνα; Πριν όμως προφτάσω να ρωτήσω λεπτομέρειες, ένας μουσάτος τη φώναξε, έβαλε το βιβλίο στην τσάντα της, με χαιρέτησε και χάθηκε στο πλήθος. Από τότε την είδα δυο-τρεις φορές ακόμα στην πλατεία, μα είχε παρέα.

Τα παιδιά στις σκηνές της πλατείας, καλά παιδιά, αλλά στράβωναν όταν με έβλεπαν να κρατώ τη σημαία. Στην αρχή. Γιατί μετά κατάλαβαν ότι δεν είχαν να κάνουν με κανέναν φασίστα. Οχι, φασίστας δεν ήμουν με τίποτα. Το δούλεμα πάντως δεν το γλίτωσα, κι ας ήμουν 1.90 και μπρατσωμένος. Με πρόδιδε, βλέπετε, το πρόσωπό μου. Πρόσωπο αγαθού παιδιού με κορμί παλαιστή. "Πού 'σαι, ρε πατριώτη;" μου φώναζαν από μακριά και έβαζαν τα γέλια. Το έπνιγα μέσα μου, σφιγγόμουν.

Παρ' όλα αυτά, ήθελα να βοηθήσω με τα θέματα της πλατείας, χρόνο είχα άφθονο, άνεργος ήμουν και μόνος, τόσο μόνος που με είχα βαρεθεί. Με είχαν στοιχειώσει εκατοντάδες βράδια, εγώ κι ο εαυτός μου μπροστά στην τηλεόραση. Να τα ξορκίσω γύρευα.

Ετρωγα μόνος, κοιμόμουν μόνος, μιλούσα μόνος, ντρέπομαι τώρα που θα το πω, αλλά είναι αλήθεια, και η αλήθεια να λέγεται, είχα διδακτορικό στον αυνανισμό. Οταν με άγγιζε ανθρώπινο χέρι, νόμιζα πως είχε κακό σκοπό.

Εφευγα απ' την πλατεία και τριγυρνούσα στα γύρω στενά, βόλτα εγώ και η γαλανόλευκη, μόνοι οι δυο μας.

Το σκέφτομαι τώρα, τι κόλλημα κι αυτό με τη σημαία. Παρατηρούσα τις γκρίζες πολυκατοικίες, ένας λαβύρινθος ήταν για μένα η Αθήνα, βρώμικος, άσχημος, αφιλόξενος. Αναζητούσα διέξοδο, η πλατεία βοηθούσε, μα δεν θα μ' έσωζε.

Θυμάμαι τη μέρα που αποφασίσαμε να περικυκλώσουμε τη Βουλή. Στην πλατεία δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές και συνθήματα και πλακάτ και φάσκελα. Εψαχνα με το βλέμμα μου τη Μαρία, πουθενά. Ξαφνικά ακούστηκαν εκρήξεις. Δακρυγόνα, σύννεφα καπνού. Το πλήθος υποχώρησε φοβισμένο, μα δεν παρασύρθηκα απ΄ το στριμωξίδι. Εμεινα εκεί μετέωρος μες στο σύννεφο, εγώ και η γαλανόλευκη, με μάτια να καίνε. Στη σκέψη μου ήρθε η παλιά φωτογραφία του παππού δίπλα στο τζάκι, σημαιοφόρος στο αλβανικό έπος, ήρωας, έπεσε στην πρώτη γραμμή. Δεν το χάρηκε το παράσημο η γιαγιά. Εγώ το χάρηκα.

Απ' τη μια ο κόσμος τρομαγμένος. Απ' την άλλη τα ΜΑΤ ετοιμάζονταν για επίθεση. Ποιος ήταν ο πιο σύντομος δρόμος διαφυγής; Η ευθεία ή η καμπύλη; Ευθείες τα κλομπ. Καμπύλες τα κράνη. Δόθηκε το σύνθημα και οι μπάτσοι όρμησαν, χτυπούσαν όποιον κληρωθεί, η άσφαλτος γέμισε αίμα. Στεκόμουν σοκαρισμένος μες στο πανδαιμόνιο, ακίνητος με τη σημαία στο χέρι. Παρατηρούσα αμέτοχος, λες και ζούσα άλλο ένα βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Ανήκα μόνο στον εαυτό μου. Και στη σημαία μου. Ενας φλώρος με γυαλιά μυωπίας βγήκε απ' τους καπνούς και φώναξε στους μπάτσους "Ντροπή σας!" Τον χτύπησαν άγρια, με μανία, έπεσε, σύρθηκε μπρος μου, τον ποδοπάτησαν.

Τρελάθηκα. Στα χέρια μου η σημαία έγινε λοστός, γύρισα, κοίταξα απειλητικά τους μπάτσους, μα η καπνίλα ήταν ανυπόφορη, τα χημικά δηλητήριο, πνιγόμουν. Και τότε με χτύπησε στο κεφάλι μια αδέσποτη πέτρα.

"Tractatus Magico-Philosophicus, Tractatus Magico-Philosophicus". Πέντε-έξι άτομα βρίσκονταν γύρω από μια φωτιά κι ακουγόταν ψιθυριστά μια μεθυστική ψαλμωδία, μια μόνο φράση, που επαναλαμβανόταν ακατάπαυστα: "Tractatus Magico-Philosophicus, Tractatus Magico-Philosophicus", ξανά και ξανά. Πρέπει να ονειρευόμουν. Τα πρόσωπά τους τα 'χαν βαμμένα λευκά, ήταν κάτι ανάμεσα σε γκέισες και αρχαίους πολεμιστές. Θαρρείς και ο καθένας εκπροσωπούσε τη δικιά του φυλή, κάπνιζαν την πίπα της ειρήνης.

Γύρισαν όλοι μαζί και μου χαμογέλασαν με το χαμόγελο της Μαρίας. Σίγουρα ονειρευόμουν. Είχα χάσει τις αισθήσεις μου και ταξίδευα.

Βρισκόμουν μέσα σε μια ινδιάνικη σκηνή. Σε ρόλο αρχηγού γύρω απ' τη φωτιά, κάποιος με μακριά καστανά μαλλιά, κρατούσε το βιβλίο που διάβαζε η Μαρία. Ηταν συγγραφέας, έτσι είπαν. "Αν σκέφτεσαι μόνο, δεν υπάρχεις", μου είπε ο παράξενος συγγραφέας κι αμέσως συμπλήρωσε: "Σκέφτομαι και αισθάνομαι, άρα υπάρχω". Με πλησίασε και μου έδωσε την πίπα της ειρήνης. Εκλεισα τα μάτια και τράβηξα μια γερή ρουφηξιά, έφτασε ο καπνός στις πατούσες μου. Ζαλίστηκα, χάθηκα στο σκοτάδι, κι επέστρεψα απ' τον κόσμο της φαντασίας πίσω στον κόσμο της πραγματικότητας.

Ανοίγοντας τα μάτια, βρέθηκα μέσα σ' ασθενοφόρο, η σειρήνα του ούρλιαζε. Επιασα το κεφάλι μου, ήταν ματωμένο, ο σφυγμός στα αυτιά μου ταμπούρλο. Εκανα να βρω τη σημαία, μα τίποτα. Οταν λίγη ώρα αργότερα ο γιατρός μπάλωσε με βελόνα και κλωστή το κεφάλι μου και βγήκα στον διάδρομο του νοσοκομείου, είδα μαζεμένα μερικά παιδιά απ' την πλατεία. Χάρηκα, τους πλησίασα, και? ήταν κι εκείνη μαζί. Το κορίτσι με τα λίγο αραιά δόντια μου χαμογέλασε. Κάτασπρη, ταλαιπωρημένη, χτυπημένη. Στο κεφάλι είχε και αυτή μια γάζα. "Παράσημο απ' τους προστάτες των πολιτών", είπαν τα παιδιά. Χάιδεψε το πληγωμένο μου κεφάλι και κάτι σαν ηλεκτρισμός διαπέρασε όλο μου το κορμί. Ζαλισμένος απ' τα χημικά και το δυνατό χτύπημα, χάθηκα βαθιά μες στα μάτια της κι εκεί είδα ένα καταπράσινο νησί και δέντρα και φωτιά στην ακροθαλασσιά, εγώ κι εκείνη.

Μια εικόνα που ζωντάνεψε τέλη καλοκαιριού. Εκείνο το καλοκαίρι που άλλαξαν όλα, που γνώρισα τη Μαρία, και αποφασίσαμε να φύγουμε απ' την τσιμεντούπολη για την όμορφη Ανάβρα, ψηλά στα βουνά. Οσο μακρύτερα γινόταν απ' τους κανόνες εκείνων που όριζαν μέχρι χθες τη μοίρα μας. Ο δρόμος τους ήταν απάνθρωπος, δεν ήταν για μας. Αργήσαμε πολύ να το καταλάβουμε, να ακολουθήσουμε το ένστικτό μας.

"Σαν ντόμινο απλώνονται οι ρωγμές, αν θέλουν οι ψυχές των ανθρώπων, και το τσιμέντο σβήνει κάτω απ' το πράσινο και οι εξουσίες πέφτουν", είχε πει η Μαρία και από ό,τι φάνηκε, τελικά είχε δίκιο.

Δημοσιεύτηκε στο Έθνος 23/8/2011

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2008

Ένα σουρεαλιστικό παραμύθι στο πνεύμα των ημερών



Αυτό ήταν. Η λογοτεχνική καριέρα του Κροκοδειλάνθρωπου, ως ήρωα διεστραμμένων ιστοριών, είχε λάβει τέλος. «Είναι πολύ μοχθηρός. Δεν ξαναγράφω ιστορία μ’ αυτόν.», είχε μονολογήσει ο Παραμυθάς αηδιασμένος και κάπως έτσι, από τη μια στην άλλη στιγμή, ο Κροκοδειλάνθρωπος βρέθηκε στον Κάτω Κόσμο.
Εκεί συνάντησε μεγάλες αναταραχές κι απεργίες. Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα και οι Καλικάτζαροι είχαν ξεσηκωθεί εναντίον του Αρχιδιαβόλου. Συγκεκριμένα, η προκήρυξη που βρήκε o Κροκοδειλάνθρωπος δίπλα σ ένα καζάνι γεμάτο αχνιστή πίσσα, έγραφε τα εξής:

Σύντροφοι και συντρόφισσες Καλικάτζαροι,Κάθε χρονιά συμβαίνουν ακριβώς τα ίδια. Από την αρχή του χρόνου, πίσω απ το τεράστιο πριόνι, όλοι μια γροθιά, πριονίζουμε το ψηλότερο δέντρο που βρίσκεται στο δάσος του blogspot, εκείνο που στηρίζει τον πάνω κόσμο. Κι όταν τέτοιες μέρες ζητούμε την πληρωμή μας, αντί ο Αρχιδιάβολος να μας δώσει όσα μας έχει υποσχεθεί, μας δείχνει διαφημιστικά μηνύματα από τις ετοιμασίες κουραμπιέδων και μελομακάρονων στον πάνω κόσμο.
Κι εμείς, παρασυρμένοι απ τη λαιμαργία μας, παρατάμε το πριόνισμα του δέντρου και ανεβαίνουμε πάνω. Όταν, όμως, γυρίσουμε πίσω, ο κορμός του δέντρου έχει «επουλωθεί» κι ο Αρχιδιάβολος το παίζει «Σκρουτζ» σχετικά με τις πληρωμές των μισθών μας…
Σύντροφοι, είμαστε βέβαιοι ότι έχει κλείσει συμφωνία κάτω απ’ το τραπέζι με το Χριστό για να ισχυροποιήσουν την εξουσία τους, που τώρα τελευταία απειλείται λόγω των νεοφιλελεύθερων επιλογών τους. Σύντροφοι, για πόσο ακόμα θα μας εκμεταλλεύεται; Για πόσο ακόμα οι εργάτες του κάτω κόσμου, θα δουλεύουν σαν σκλάβοι;… Ή ο Αρχιδιάβολος ή Εμείς!

Δεν χρειάστηκε πάνω από μερικά δεύτερα για να συλλάβει την ιδέα, ήταν μεγάλη χαμούρα ο Κροκοδειλάνθρωπος. Στα χέρια του δεν κρατούσε μια απλή προκήρυξη, αλλά την ευκαιρία να ξαναγυρίσει στη ζωή και να εκδικηθεί το δημιουργό και βιογράφο του, τον ευτελή Παραμυθά, ο οποίος του είχε κόψει το νήμα της «λογοτεχνικής ζωής» του, πάνω στο άνθος της ηλικίας του.
Φυσικά πρώτα συνεννοήθηκε με τον Αρχιδιάβολο. Ποτέ δεν θα έκανε κάτι ο Κροκοδειλάνθρωπος χωρίς να πάρει το ΟΚ απ το Μεγάλο. Έπειτα πήγε βρήκε τον Σκουπιδίκιους, τον εργατοπατέρα των Καλικατζάρων και του τα είπε χαρτί και καλαμάρι:
«Κοίτα να δεις Σκουπιδίκιους… Αδίκως φωνάζετε πως φταίει ο Αρχιδιάβολος που δεν σας πληρώνει. Πρέπει να ξέρεις ότι εκείνος που φταίει στην πραγματικότητα είναι ο αρχηγός της πιο τρισάθλιας τρομοκρατικής οργάνωσης, γνωστός με το όνομα Παραμυθάς. Εκβιάζει τον Αρχιδιάβολο, ότι αν δεν κάνει το κόλπο με τα μελομακάρονα, θα ανοίξει το πώμα της λίμνης που βρίσκεται στα όρια τους δάσους του blogspot και όλο το νερό θα χυθεί στον Κάτω Kόσμο με αποτέλεσμα να πνιγούν όλοι οι κάτοικοί του.
Τι άλλο μπορεί να κάνει ο Αρχιδιάβολος, υποκύπτει στον εκβιασμό του Παραμυθά, για το καλό σας.
Αυτά που σου λέω είναι γνωστά στον πάνω κόσμο. Ο Παραμυθάς είναι μεγάλη κουφάλα, μεγαλύτερη κι απ αυτή του δέντρου που πριονίζετε…»
«Και ‘μεις τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτό;!», ρώτησε με αγωνία ο Σκουπιδίκιους.
«Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πάρουμε τον στρατό των Καλικάτζαρων και να επιτεθούμε στο σπίτι που θα κάνει Χριστούγεννα ο Παραμυθάς. Να τον συλλάβουμε και να τον δέσουμε πισθάγκωνα πίσω απ το πιο μεγάλο καζάνι»
«Μα ο κορμός του δέντρου θα έχει «επουλωθεί» μέχρι να επιστρέψουμε απ την εκστρατεία…»
«Του χρόνου όμως που ο Παραμυθάς δεν θα μπορεί να τρομοκρατεί, o κορμός του δέντρου θα κοπεί κι εσείς θα βάλετε στην τσεπούλα όλα όσα σας έχει υποσχεθεί ο Αρχιδιάβολος…»
Δεν ήθελαν και πολλοί οι Καλικάτζαροι. Αφού το είπε ο εργατοπατέρας Σκουπιδίκιους, το έχαψαν με μιας, παράτησαν το δέντρο κι ακολούθησαν τον Κροκοδειλάνθρωπο στον Πάνω Κόσμο. Ο Κροκοδειλάνθρωπος είχε καταφέρει να προγραμματίσει την εκδίκηση του δημιουργού του στην εντέλεια, αποκτώντας ταυτόχρονα την εύνοια του Αρχιδιαβόλου.

Το σπίτι που έμενε ο Παραμυθάς ήταν μια ψηλόλιγνη μονοκατοικία με καμινάδα. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και οι γυναίκες της οικογένειας ετοίμαζαν το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι στην κουζίνα, ενώ οι άντρες χάζευαν κάποιο παριζιάνικο καμπαρέ στην TV, μέχρις ότου ετοιμαστεί το φαγητό.
Το σπίτι ήταν από ώρα περικυκλωμένο από εκατοντάδες Καλικάτζαρους. Ξαφνικά ο Κροκοδειλάνθρωπος έδωσε το σύνθημα και το σπίτι γέμισε δοντάρες, τριχάρες, ουρές, νύχια, γρυλίσματα, ακόντια και τρομαγμένα βλέμματα συγγενών του Παραμυθά. Κι ενώ το μαχαίρι του Κροκοδειλάνθρωπου είχε ακουμπήσει στο λαιμό του Παραμυθά έτοιμο να πάρει εκδίκηση για τον άδικο χαμό που του επιφύλαξε ο λογοτεχνικός δημιουργός του, η αδερφή του Παραμυθά έχασε τα λογικά της και άρχισε τις φωνές, ανάκατες με παρακάλια, βρισιές, απειλές και αυστηρές νουθεσίες.
Κι όσο πέρναγαν τα δεύτερα ο τόνος της γινόταν πιο αυστηρός. Η φωνή της στρίγκλιζε, έτριζε, όρμαγε με βία, φωνή σειρήνας! Πρώτα έσπασαν τα γυαλικά. Αμέσως μετά η οθόνη της τηλεόρασης, τα τζάμια των παραθύρων, ακόμα και τα πορσελάνινα πιάτα πάνω στο γιορτινό τραπέζι.
Οι πρώτοι που σήκωσαν τα χέρια τους κι έκλεισαν τα αυτιά τους ήταν οι Καλικάτζαροι. Αμέσως μετά ο Κροκοδειλάνθρωπος άφησε το μαχαίρι να πέσει στο πάτωμα και ακολούθησε το παράδειγμά τους, παίρνοντας μια έκφραση τρόμου. Τότε λοιπόν, οι άντρες της οικογένειας που ‘ταν συνηθισμένοι σε κάτι τέτοια, κινήθηκαν σβέλτα, άρπαξαν τα τόξα και τα σπαθιά που ‘ταν ριγμένα στο πάτωμα και ακινητοποίησαν το στρατό των Καλικάτζαρων.
Τους έβαλαν λοιπόν όλους μέσα σε ένα τεράστιο δίχτυ, πήραν μια βάρκα και τους πήγαν στα ανοιχτά της λίμνης, εκεί που βρισκόταν το πώμα της, το πέρασμα για τον Κάτω Κόσμο. Άνοιξαν, λοιπόν, το πώμα με πολύ προσοχή και τους άδειασαν στον άλλο κόσμο. Κι αφού τέλειωσαν τη δουλεία γύρισαν ικανοποιημένοι πίσω στο γιορτινό τραπέζι.

Κάτω Κόσμος. Σκοτάδι. Σβησμένα καζάνια. Ξαφνικά άνοιξε μ ένα τράνταγμα η πόρτα της βασιλικής αίθουσας. Διάδρομος, κόκκινο χαλί κι ένα ταμπούρλο να παίζει στο ρυθμό των εξαγριωμένων οδοιπόρων. Δεκάδες σκυμμένα κεφάλια καλικάτζαρων. Δεκάδες απογοητευμένα βήματα, βλέμματα, ξυσίματα μυτερών αυτιών, έφτασαν μπρος στον Αρχιδιάβολο. Πίσω τους έσερναν αλυσοδεμένο το μοχθηρό Κροκοδειλάνθρωπο, και τον Σκουπιδίκιους, τον εργατοπατέρα. Τότε, κάποιος Καλικάτζαρος, εκείνος που έμοιαζε περισσότερο με μερμήγκι, σήκωσε ψηλά τη γροθιά του και οι υπόλοιποι φώναξαν θαρρείς με μια φωνή, που έκανε τη σιωπή να ραγίσει:
«Ή ο Αρχιδιάβολος ή Εμείς!»
Κι εκείνος. Ο Αρχιδιάβολος. Ο Μεγάλος.
Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, παραπάτησε και μειδίασε φοβισμένος...

ΥΓ1. κολάζ by Candyblue
ΥΓ2. Τίτλος Παραμυθιού: O Κροκοδειλάνθωπος και τα Καλικαντζαράκια

Βαγγέλης Μπέκας

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 01, 2008

Φίλοι κολλητοί ή εραστές

Σε παίρνω στο κινητό, αλλά λεει συνέχεια «ότι δεν είσαι διαθέσιμη»
Θέλω να σου μιλήσω, να σου μιλήσω!
Θυμάσαι που σου είπα λίγες ώρες αφότου σε γνώρισα, ότι αν μέναμε στην ίδια πόλη θα θελα να ‘μασταν φίλοι κολλητοί ή εραστές.
Κι εσύ μου πες, ότι... ότιιιιι...
Λοιπόν, παρόλα αυτά νομίζω πως σε αισθάνομαι φίλη μου.
Γι αυτό σε έπαιρνα τηλέφωνο, για να σου πω ότι περνάω λούκι.
Προσπαθώντας να κάνω όλα αυτά που ονειρεύομαι πράξη, χάνω την ουσία.
Αντί να τα ΖΩ, απλά τα κυνηγώ, τρέχω, βιάζω τη ψυχή μου.
Αυτό που θέλω όμως είναι να τα γεύομαι, να τα βιώνω, να τα απολαμβάνω...
Όπως γεύτηκα εσένα εκείνο το βράδυ που μύριζες έρωτα.
Για μια στιγμή έχασα την αίσθηση για το που σταματούσε το είναι μου και που ξεκινούσε το δικό σου.
Την επόμενη μέρα είδα ξανά και ξανά, το Ζούσε τη ζωή της του Γκοντάρ και σε σκεφτόμουν.
Ο ποιητής έγραψε ότι «μόνο για αγάπη, θα γύριζα πίσω», αλλά εγώ που στήνω συνέχεια παραμύθια με ερωτική πλοκή, στη ζωή με διαφεντεύει το τετραγωνισμένο μου κεφάλι.
Οι λογικοί ειρμοί, τα πρέπει, οι κανόνες.
Γράφω για όργια που στήνουν ερωτευμένοι επαναστάτες πάνω στο ουράνιο τόξο, αλλά στη ζωή τσιμπάω τα σκουλήκια στο χώμα, μαζί με τις φίλες μου, κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού μου το λειρί του κόκορα που παραφυλάει.
Σκατά!
Μια σταλιά αν έμοιαζα στους πρωταγωνιστές των ιστοριών μου, θα έπρεπε αντί αυτή τη στιγμή να γράφω μαλακίες, να σε περιμένω έξω απ τη δουλειά σου, για να σε δω, να σε καληνυχτίσω, να γευτώ το κοραλλένιο χαμόγελό σου.
Κι αν δεν ήθελες, δεν θα με πείραζε, θα περίμενα και το επόμενο βράδυ.
Και το επόμενο.
Όσο χρειαστεί.
Αλήθεια δεν θα με πείραζε.
Κι ας ήξερα πως προτιμούσες να σε περιμένει κάποιος άλλος....

Vita Mi Barouak

Πέμπτη, Ιανουαρίου 10, 2008

Η εποχή μας

Βρισκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο σε ένα τεράστιο, μακρόστενο τραπέζι.
Όλοι πεινασμένοι, όλοι ανήσυχοι και το φαγητό δεν λέει ακόμα να σερβιριστεί.
Αισθανόμαστε σαν στημένα λεμόνια, γιατί εδώ έχουμε έρθει για τσιμπούσι, γλέντι, όργιο και η αναμονή σε συνδυασμό με τα γουργουρητά που μας περιτριγυρίζουν μας τρελαίνουν.
Μας κάνουνε να αισθανόμαστε σαν τα γουρούνια που είναι καταδικασμένα να μην ξαναχορέψουν ποτέ μες στη λάσπη.
Το φαγητό αργεί, αργεί πολύ…
Και οι ξινισμένες φάτσες πληθαίνουν και κιτρινίζουν κι άλλο.
«Μα δεν γίνεται τίποτα;», ακούς από τριγύρω. «Για πόσο θα συνεχιστεί αυτό;»
Κι όμως στο βάθος, στη γωνία, κάποιος ανακατεύει με την κουτάλα το καζάνι με το φαγητό.
Ναι, τουλάχιστον κάποτε θα φάμε.
Κάποια χαμόγελα, κάποια ανυπόμονα «ζήτω» αλλά και κάποια ψιθυρίσματα: «Θα ναι εύγευστο το φαγητό; Ή μήπως θα περιέχει μυαλά βατράχων;»
Η κουτάλα ανακατεύει υπομονετικά κι εμείς ανακυκλώνουμε ιστορίες για τα φαγητά που τρώγαμε παλιά.
Αλήθεια, για πόσο ακόμα θα αναπαράγουμε μουσικές και χρώματα απ’ το χτες;
Και τότε ακούω μια φωνή που λέει:
«Ο πρώτος που θα κλωτσήσει και θα γκρεμίσει το καζάνι στη γωνία θα ναι κι ο καλύτερος!»
Αισθάνομαι κορμιά γύρω μου να πάλλονται, ματοτσίνορα να σαλεύουν.
Δυο τρεις ανέβηκαν ήδη πάνω στο τραπέζι κι ετοιμάζονται να σαλτάρουν πάνω απ τα κεφάλια μας κατευθείαν για το καζάνι της γωνίας.
Αρκετά περιμέναμε…


ΥΓ. Κι όλα αυτά ενώ βρισκόμουν εκστασιασμένος μπροστά από κάποιον πίνακα του Εγγονόπουλου, που βόσκαγε στο Μουσείο Μπενάκη. «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλλην!»

Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2007

Ο Αστεριξάκης και ο Οβελιξάκης στην Κρήτη

O φρουρός έτρεξε, μπήκε με φούρια μες στο σπίτι του Αστεριξάκη και τον ξύπνησε λαχανιασμένος:
«Ξύπνα σύντεκνε Αστεριξάκη! Μας την έπεσε ο οχτρός!»
Ο Αστεριξάκης άνοιξε τα μάτια του, πετάχτηκε πάνω, άναψε τον άργιλε του που ‘ταν στουπωμένος πάνω ως πάνω με μαγικό ζωμό κι αφού ρούφηξε μια ξεγυρισμένη, μουρμούρισε:
«Είναι τρελοί αυτοί οι Αθηναίοι!»
«Βιάσου που σου λέω, δεν μ ακούς; Το χωριό είναι περικυκλωμένο!»
«Ακόμα δεν έβαλαν μυαλό αυτοί οι Αθηναίοι», μονολόγησε ο Αστεριξάκης κι αφού ρούφηξε άλλη μια καλή που έπιασε πάτο, ζώστηκε τα άρματα και τα φυσεκλίκια, πήρε μαζί και το γιαταγάνι του παππού και κίνησαν να βρουν τους άλλους που τους περίμεναν κάτω απ’ τη μεγάλη βαλανιδιά.

Θα ‘ταν δε θα ‘ταν 300 μαυροφορεμένοι νοματαίοι με μουστάκες. Όλοι τους αρματωμένοι σαν αστακοί. Την ώρα που έφτασαν, ο Πανοραμιξάκης έβγαζε λόγο ανεβασμένος πάνω σε ένα σκαμπό.
«Πάνε τόσα χρόνια που προσπαθούν να μας υποτάξουν. Κι όλα αυτά απ τη ζήλια τους, που δεν έχουν να πιουν το μαγικό ζωμό. Δηλαδή κι αυτοί την πίνουν αλλά μονάχα στα κρυφά… Εμείς φταίμε που κουζουλάθηκαν και το απαγόρεψαν;! Λοιπόν σύντεκνοι ή ‘ταν ή τα πετάν!»
Σε λιγότερο από 10 λεπτά όλοι ήταν στις θέσεις τους. Ο Αστεριξάκης και Οβελιξάκης, που ‘ταν τα αστέρια του χωριού στο καριοφίλι και στη φάπα, είχαν αναλάβει μονάχα οι δυο τους, τις γκρεμούτσες στη Δυτική πλευρά του χωριού. Οι υπόλοιποι είχαν μοιραστεί στα υπόλοιπα φυλάκια.
Η μάχη ξεκίνησε όταν ο Κακοφωνιξάκης έπαιξε με το λαούτο του την πρώτη μαντινάδα. Καπνοί, πυροβολισμοί, φωτιά, σφαίρες, τραυματισμοί, επίθεση απ’ τα Ανατολικά, σθεναρή αντίσταση! Επίθεση απ’ τα Βόρεια, αιματοβαμμένη αντίσταση! Έκανε όμως το λάθος ο οχτρός κι επιτέθηκε απ τα Δυτικά και ο Αστερξάκης με τον Οβελιξάκη που χαν πιει από μια νταμουτζάνα μαγικό ζωμό, τους πήρανε φαλάγγι μέχρι τα Χανιά!
Την επομένη όμως ο οχτρός, ανασυντάχτηκε και επανήρθε δριμύτερος. Κι αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο μπάτσοι με περίστροφα και περιπολικά με αναμμένους φάρους. Μαζί τους ήρθαν πεζικάριοι, τεθωρακισμένα, ελικόπτερα. Έκαναν όμως το λάθος και επιτέθηκαν απ τα Δυτικά και ο Αστεριξάκης μαζί με το Οβελιξάκη που χαν πιει μια δεξαμενή μαγικό ζωμό (τον καλύτερο της Κρήτης) τους πήρανε φαλάγγι και τους έριξαν στη θάλασσα.

Οι επόμενες μέρες πέρασαν ήσυχα, οπότε άρχισαν τα γλέντια με αγριογούρουνα στη σούβλα και μαντινάδες του Κακοφωνιξάκη. Όταν όμως έφτασαν τα νέα ότι ο… Κωστάκης Καίσαρας έγινε τούρμπο που ένα κατσικοχώρι ταπείνωσε την Αυτοκρατορία του κι αποφάσισε να επιτεθεί με τους επίλεκτους από τον Έβρο και τους βατραχανθρώπους που φίλαγαν τα νησιά του Αιγαίου, στο χωριό έπεσε νεκρική σιγή. Μονάχα ο Οβελιξάκης, ο χοντρομπαλάς του χωριού, τόλμησε να πει: «Κι όλα αυτά απ τη ζήλια τους. Γιατί εμείς πίνουμε το μαγικό ζωμό φόρα παρτίδα»
Τα κακά νέα όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Αγγελιοφόρος από διπλανό χωριό έφτασε και είπε ότι αποβιβάστηκαν στην Κρήτη 100 υπερσύγχρονα τανκς, τύπου Λέοπαρντ. Όταν μάλιστα είδαν τα F-16 να κάνουν χαμηλές πτήσεις πάνω απ το χωριό, κατάλαβαν ότι τα πράγματα ήταν πλέον ανεξέλεγκτα.
«Είναι τρελοί αυτοί οι Αθηναίοι», ξανάπε ο Αστεριξάκης γελώντας και ρούφηξε τον ναργιλέ του. «Τουλάχιστον πιάνουν τόπο τα λεφτά που πλήρωναν οι κουφιοκεφαλάκηδες εργαζόμενοι στην εφορία, για να εξοπλιστεί ο στρατός!»

Το πράγμα είχε χοντρύνει σαν καλοταϊσμένη γουρούνα και το ήξεραν καλά. Μαζεύτηκαν μες στην εκκλησιά, πήραν μαζί τους κι όλα τα αποθέματα μαγικού ζωμού και ρούφα, φύσα, τράβα τονε ολημερίς και οληνυκτίς. Να σου κάποιος πήγε να πιει ρακή αλλά ο Αστεριξάκης τον μάλωσε: «Μακριά απ αυτό το διάολο! Ξέρεις πόσοι έχουν πεθάνει απ αυτό;» Έπειτα του πάσαρε τον ναργιλέ του και του ‘πε: «Πάρε να πιεις απ αυτό, κανείς δεν πέθανε απ τα γέλια…»
Εντωμεταξύ οι χιλιάδες επίλεκτων στρατιωτών, τανκς, κανονιών και στρατηγών είχαν απορήσει με την ησυχία που επικρατούσε στο χωριό αλλά δεν τολμούσαν να επιτεθούν. Τηρούσαν στάση αναμονής. Κι έτσι πέρναγαν οι μέρες και οι κάτοικοι του χωριού είχαν μπαϊλντίσει απ το πολύ μαγικό ζωμό, κλεισμένοι μες στην εκκλησιά. Και τότε συνέβη θαύμα κυρίου!

Νεφέλη απλώθηκε μες την εκκλησία και ποιος θαρρείτε να βγήκε απ την ωραία πύλη; Όχι μήτε Άγγελος κυρίου βγήκε, μήτε η δακρυσμένη Παναγιά. Ο Καζαντζάκης βγήκε χαμογελαστός κι αγκαλιασμένος με τον Βαμβακάρη(κολλητοί εδώ και χρόνια «στην Παράδεισο»). Ο μεν σοφός με τον ναργιλέ στο χέρι, ο δε κορυφαίος μουσικός με το μπουζούκι που το παίζε με δοξάρι, σαν λύρα. Κι αφού όλοι είχαν μείνει σύξυλοι, ο προπάππους τους άρχισε να μιλά:
«Σύντεκνοι, συγχωράτε με, αλλά την κάτσατε τη βάρκα! Η μόνη λύση είναι να φύγετε από δω.»
«Και που να πάμε πάππου, να χαρούμε το πάθος μας; Να πάμε στην Ολλανδία;… Οι Αρχές λένε, ότι ο κόσμος εκεί είναι 1000 χρόνια πίσω. Ακόμα ζουν πάνω στα δέντρα επειδή πίνουν ζωμό…»
«Γιατί δεν πάτε στην Ισπανία;! Θα βάλετε τα δεντράκια σας και κανείς δεν θα σας πειράζει…»
«Τι κι αυτοί 1000 χρόνια πίσω απ’ την Αθήνα είναι; Είσαι σίγουρος πως επιτρέπεται η χρήση μαγικού ζωμού;»
«Δημοσιογράφος ήμουν, ξέρω τι λέω… Υπάρχουν κι άλλες λύσεις στην Ευρώπη, όπου δεν απαγορεύεται ο μαγικός ζωμός αλλά νομίζω ότι η Ισπανία μοιάζει όσο καμία άλλη με την Κρήτη!»
Χίλια μάτια κοιτάχτηκαν με μιας, μια σκέψη έγινε μια λάμψη και από κοινού αποφάσισαν. Τα ξημερώματα έφυγαν κρυφά απ το χωριό κι απ τα Σφακιά πήρανε το πλοίο που τους έβγαλε στο Γιβραλτάρ, κι από κει με τα πόδια, μαυροφορεμένο καραβάνι έφτασαν στην Ανδαλουσία. Εκεί ήπιαν τόσο πολύ μαγικό ζωμό που κουζουλάθηκαν απ τη χαρά τους, πέταξαν τα κουμπούρια μέσα σε ένα βαθύ πηγάδι κι αφού έπιασαν το πινέλο στο χέρι, την είδαν Ελ Γκρέκο…

Σύντεκνοι, τέλος καλό όλα καλά…
Είναι τρελοί όμως αυτοί οι Αθηναίοι!

VITA MI

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2007

Παραγγελιά


Ανώνυμος: «Καλέ κυρ VITA MI BAROUAK, τι περίεργο όνομα κι αυτό που σέρνετε; Σκέτο μακρινάρι. Έχει κάποια σχέση με το μπαρόκ, τα μπαράκια ή μήπως πρόκειται για την πιο σύντομη προσευχή κάποιου δερβίση;»
Vita Mi: «Επέτρεψέ μου να σου εξηγήσω διηγούμενος μια αληθινή ιστορία, παρότι η φαντασία είναι η πιο πιστή ερωμένη μου. Έφτασε όμως η ώρα να την κερατώσω! Χαλάλι σου…»

Το κουτούκι ήταν γνωστό στους θαμώνες ως Πλάτανος, στην αυλή του δέσποζε μια Μουριά αλλά το όνομα που έγραφε η ξεφτισμένη ταμπέλα ήταν Έλατος. Εκεί λοιπόν, κάπου στον Πειραιά, μια ζεστή μέρα του Φλεβάρη, θαρρείς πως είχαμε ταξιδέψει πίσω στο χρόνο…
Το τρίχορδο μπουζούκι έκλεγε στη γωνία, οι μεθυσμένοι θαμώνες χειροκροτούσαν άρρυθμα και η παρέα μου στο κέντρο της ομήγυρης συζητούσε με έξαψη για βιβλία, τέχνες και το καθημερινό πήξιμο στη δουλειά.
Τότε ήταν που μας πλησίασε ένας αξύριστος τριαντάρης με αραιά μαλλιά κι αφού έριξε την ζεϊμπεκιά του, έκατσε μαζί μας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης δεν είπε τίποτα άλλο εκτός από το μότο: «Εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά, είμαι από χωρίο και δουλεύω στην αμμοβολή!» Κι ενώ η συνεχιζόμενη επανάληψη της φράσης σαν επίμονο διαφημιστικό σλόγκαν μας είχε σπάσει τα νεύρα, μια ατάκα του Αλ, τον έκανε να αλλάξει τροπάρι.
«Ο Μπάροουζ», είπε ο Αλ, «είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας!»
Και τότε ο μεθυσμένος αμμοβολιστής απάντησε στο κροσέ του Αλ μ’ ένα ξαφνικό ντιρέκτ:
«Δεν είναι καλός ο Μπάροουζ, ο Κέρουακ είναι καλύτερος!»
Μείναμε σχεδόν μ’ ανοιχτό το στόμα. Ο απλός, λαϊκός θαμώνας της Μουριάς ή Πλάτανου ή Έλατου, αυτός που μέχρι εκείνη την ώρα διαφήμιζε τη βουκολική του καταγωγή, είχε δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα.

Από τότε έγινε το σύνθημά της παρέας. Όταν πέρναγε κάποια όμορφη, όταν η ταινία ήταν πατάτα ή γαμάτη, όταν τα σφηνάκια μας είχαν βάλει τρικλοποδιά, δηλαδή σε κάθε περίπτωση, χρησιμοποιούσαμε εκείνη την ατάκα που ‘χε γεννήσει ο «αμόρφωτος εργάτης»:
«Δεν είναι καλός ο Μπάροουζ, ο Κέρουακ είναι καλύτερος!»
Δεν ήταν μόνο οι Μπήτνικ που είχαν κατεβάσει τη λογοτεχνία στο πεζοδρόμιο.
Δεν ήταν μόνο που καιρό θέλαμε να εκφράσουμε το δικαίωμα του καθένα στην δημιουργία, στην τέχνη, στην απελευθέρωση…
Ήταν που αυτός ο άνθρωπος-σύμβολο έκλεψε τη φωτιά απ’ τους «θεούς» και μας τη χάρισε.
Από εκείνη λοιπόν τη στιγμή, το δαιμόνιο που ξεπήδησε μέσα απ’ τη φράση του, ο κοκκινομάλλης απόγονος του Διόνυσου, γνωστός στις κακόφημες γειτονιές των blogs και ως Barouak, μπήκε μέσα μας κι έκανε κατάληψη στην ψυχή μας.
Είναι αυτός που σαλπίζει μες την ψυχή του Vita Mi Barouak, όταν σαν ημιπαράφρονας πιανίστας πληκτρολογεί τα κείμενά του.
Είναι αυτός που σαλπίζει μες την ψυχή του Al Barouak όταν γράφει ποιήματα ή μοντάρει τα video-art του.
Ναι φίλοι μου, ο Barouak είναι το δαιμόνιο, που τρυπώνει στην ψυχή του κάθε δημιουργού, ο οποίος χωρίς εξειδικευμένα πτυχία και λοιπές προδιαγραφές, χορεύει ασταμάτητα πάνω στο σανίδι της δημιουργίας… ελεύθερος, ελεύθερος, ελεύθερος κι αυτό αρκεί!

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2007

Η σύναξη των ζώων

Είχαν μαζευτεί όλα τα ζώα της ζούγκλας και τον περίμεναν. Η ώρα είχε περάσει από τρεις κι ο Σπίθας το σπουργίτη, ο καλύτερος ανιχνευτής του ζωικού βασιλείου, δεν είχε φανεί ακόμα. Οι σαύρες ψιθύριζαν μεταξύ τους ότι δεν πρέπει να τα ‘χε καταφέρει, τα παγώνια είχαν διοργανώσει διαγωνισμό ομορφιάς για να σκοτώσουν την ώρα τους, οι κουκουβάγιες έπαιζαν σοντούκο, οι αλεπούδες λυγουρέουνταν τους σκίουρους και η βασιλική οικογένεια, η οικογένεια των λεόντων, βρισκόταν αραχτή στη χλόη σε πλήρη απαρτία.
Κι ενώ ο εκνευρισμός των ζώων ήταν πλέον ευδιάκριτος, η φωνή ενός δρυοκολάπτη τους συντάραξε και τράβηξε με μιας την προσοχή όλων των μελών της σύναξης του ζωικού βασιλείου.
«Να τος έρχεται!»

Πριν καλά-καλά ολοκληρώσει τη φράση του, ο Σπίθας έφτασε φτερουγίζοντας και προσγειώθηκε εξαντλημένος πάνω σε ένα ιπποπόταμο.
Ο βασιλιάς των ζώων, γνωστός και ως Λέων Ντε Γκρέτσια, τον πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές και τον ρώτησε με αγωνία:
«Λοιπόν τι νέα;»
«Που να στα λέω, βασιλιά μου… Ο άνθρωπος έχει ξεφύγει τελείως!»
«Δηλαδή;…»
«Μου πήρε πάνω από μήνα μα γύρισα πολλά μέρη και παντού είδα πάνω κάτω τα ίδια. Η πληροφορία που μας έδωσε ο παπαγάλος, ότι δήθεν ο άνθρωπος άλλαξε τροπάρι και δεν καταστρέφει πλέον τη φύση, ήταν μεγάλη μούφα!»Τα ζώα πάγωσαν στο άκουσμα αυτής της φράσης κι απλώθηκε νεκρική σιγή. «Είδα πάνω κάτω τα ίδια που χα δει και πριν 6 μήνες που χα πάει στην πόλη να δω το ξαδερφάκι μου, μονάχα που το φαινόμενο συνεχίζεται με μεγαλύτερη ένταση. Από ότι μου παν κάτι αδέσποτα της πόλης που παρακολουθούν τις ειδήσεις των 8 έξω από τα κατάστημα ηλεκτρικών συσκευών, ο άνθρωπος έχει αποφασίσει να επιταχύνει κι άλλο τους ρυθμούς ανάπτυξης…
Και έτσι συνεχίζει να καίει δάση, να ξεραίνει έλη, να εκτρέπει ποτάμια, να φτιάχνει μεταλλαγμένα, να μαζεύει τις τσιπούρες μέσα σε μαντριά και να τις παχαίνει με κοτάλευρα, να γεμίζει τη θάλασσα με απόβλητα, να κάνει πολέμους για το πετρέλαιο κι όλα αυτά με τόση ένταση όσο δεν το χε κάνει ποτέ ως τώρα. Και που να πας στις πόλεις να δεις τι γίνεται; Μπαίνεις σε μια ανθρώπινη μεγαλούπολη και τρελαίνεσαι. Είναι γεμάτες από πανύψηλα τσιμεντένια κουτιά που τριγύρω τους τρέχουν αγριεμένα κάτι πολύχρωμα μηχανοκίνητα ζώα που βγάζουν μαύρο καπνό και στριγκλίζουν συνέχεια. Σκέτο δράμα!»

Τα ζώα κοιτάχτηκαν έντρομα μεταξύ τους. Αλήθεια που το πήγαινε ο άνθρωπος; Πώς ήταν δυνατό να πιστεύει ότι η γη του ανήκε; Δεν έβλεπε που οδηγούσαν τα πράγματα;…
Ακούστηκαν διάφορες γνώμες κι έγιναν παθιασμένες συζητήσεις μα τελικά η γνώμη των κουκουβάγιων υπερίσχυσε, ο βασιλέας την έκανε δεκτή και πήρε αμετάκλητη απόφαση.
Τα ζώα θα μετανάστευαν μακριά απ τη γη!
Μία αντιπροσωπεία της σύναξης πήγε βρήκε το τρισέγγονο του Ιουλίου Βέρν κι αυτός από φόβο, οίκτο, κατανόηση ποιος ξέρει στα αλήθεια από τι, έκανε πράξη εκείνο που του ζήτησαν.
Έφτιαξε ένα διαστημόπλοιο το οποίο ήταν τόσο μεγάλο, που χώραγε όλα τα ζώα του βασιλείου. Μάλιστα, από ότι λένε οι κακές γλώσσες, ο κατασκευαστής του διαστημοπλοίου, τους κούνησε μαντηλάκι κατά την αναχώρηση με προορισμό κάποιον πλανήτη μερικά εκτομύρια χλμ βορειοδυτικά του ήλιου, που οι ίδιες κακές γλώσσες λένε πως έχει ζώα και ψάρια και δέντρα και φυτά και βουνά και θάλασσες αλλά όχι ανθρώπους!
Όταν έμαθε όμως η Μάνα Γη ότι σχεδόν όλα τα παιδιά της την εγκατέλειψαν, ταράχτηκε τόσο πολύ που ανάμεσα σε κλάματα και αναφιλητά, πήρε την μεγάλη απόφαση:
«Μπορεί ο άνθρωπος να ναι το μοσχαναθρεμμένο μου, αλλά ήρθε η ώρα να πληρώσει! Κωλόπαιδο θα φας της χρονιάς σου!»

Ο Τζόρτζ Μπους Τζούνιορ ξύπνησε και πετάχτηκε πάνω καταϊδρωμένος. Τι όνειρο κι αυτό; Το BIG MAC MENOU του χε πέσει βαρύ και είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, ενώ έβλεπε Looney Tunes στην τηλεόραση. Σηκώθηκε, προχώρησε ως το παράθυρο και από κει θαύμασε για άλλη μια φορά το αχανές ράντσο του. Έπειτα γύρισε πίσω, πήρε στα χέρια την επιστολή του ΟΗΕ για το πρωτόκολλο προστασίας του περιβάλλοντος, το πρωτόκολλο του Κίοτο και στάθηκε μπρος στον καθρέπτη:
«Δεν ήταν παρά ένα άσχημο όνειρο…» είπε στο είδωλό του κι έκαψε την επιστολή χαμογελώντας σαν άλλος Νέρωνας…


ΥΓ. Αφιερωμένο στην Ange-ta και στην επιστήθια φίλη της, τη Φύση…

Posted by VITA MI BAROUAK

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2007

Ένα ντανταϊστικό αρχαιοελληνικό στοίχημα

Ο Διογένης σταμάτησε και κοίταξε στο βάθος τα μάρμαρα της ακρόπολης που γυάλιζαν στο φως του ήλιου. Παραμέρισε το χιτώνα του, έβγαλε έξω το σηκωμένο του μόριο και άρχισε να αυνανίζεται στην αγορά της Αρχαίας Κορίνθου, με αργές, απολαυστικές παλινδρομικές κινήσεις, μπρος στα έκπληκτα μάτια των περαστικών.

Ο πιο πονηρός απ αυτούς, ένας έμπορος, τον πλησίασε κι αφού περίμενε υπομονετικά μέχρι να ολοκληρώσει το «φυσικό έργο» του ο Διογένης, του είπε:
«Ο κόσμος λέει ότι είσαι τελείως παλαβός…»
«Μπα, υπερβολές. Απλά όπως θα πρόσεξες είμαι… σχετικά αυτάρκης!»
«Και ετοιμόλογος, βλέπω… Ξέρεις έρχεται από ‘δώ ο Βασιλιάς των Μακεδόνων, ο Αλέξανδρος.»
«Καλή φάση, θα του ζητήσω αυτόγραφο.»
«Ας τις μαλακίες Διογένη. Καλά λένε ότι το πολύ το τάκα τάκα κάνει… λοιπόν άκου! Κάποιος ρουφιάνος μου ‘πε, ότι ο Αλέξανδρος σε πάει πάρα πολύ και θέλει να ικανοποιήσει, όποια επιθυμία του ζητήσεις»
«Δεν μιλάς σοβαρά τώρα;…»
«Σοβαρότατα!»
«Ωραία θα του ζητήσω μια βιλίτσα με θέα στο Αιγαίο. Βαρέθηκα τόσα χρόνια σ αυτό το πιθάρι…»
Ο πονηρός έμπορος έπρεπε πάση θυσία να επωφεληθεί. Ήταν γνωστός στην πιάτσα για τις ριψοκίνδυνες επιχειρηματικές του κινήσεις. Σκέφτηκε για λίγο και γνωρίζοντας καλά ότι ο Διογένης, ήταν κολλημένος τόσο με το στοίχημα, όσο και με την μικρή του κόρη, του είπε:
«Θέλω να σου προτείνω κάτι ριψοκίνδυνο… Αν δεν φοβηθείς το σπαθί του βασιλιά και τολμήσεις να του πεις να παραμερίσει γιατί σου κρύβει, δήθεν, τον ήλιο, τότε θα σου δώσω να παντρευτείς την κόρη μου. Δεν ξέρω αν το έμαθες αλλά πέρυσι βγήκε Μις Κόρινθος …»
Ο Διογένης τρελάθηκε μόλις άκουσε αυτά τα λόγια.
«Ποια μωρέ, το Λενιώ εννοείς;!»
«Αμ ποια άλλη…»
«Κι αν κωλώσω την τελευταία στιγμή;», ρώτησε ο Διογένης αισθανόμενος το μαραζωμένο του μόριο να ζωηρεύει πάλι.
«Αν κωλώσεις να πεις στον Αλέξανδρο να παραμερίσει… θα μοιραστούμε εκείνο που τελικά τολμήσεις να του ζητήσεις. Μπορείς να του ζητήσεις να σου δώσει… χίλιες λίρες! Σε κάθε περίπτωση θα είσαι κερδισμένος. Στην μια περίπτωση όμως θα γίνω και γω πλουσιότερος κατά 500 χρυσά… Λοιπόν τι λες; Πάει στοίχημα;»
Τα σάλια του Διογένη, έτρεχαν ήδη για το μικρό Λενιώ. Φαντάστηκε στιγμιαία να την κουτουπώνει μες το πιθάρι του και χωρίς δεύτερη σκέψη έδωσε το χέρι του στον πονηρό έμπορο και το σφίξανε σαν αληθινοί άντρες…

ΥΓ. Ξεκινώντας είχα την πρόσθεση να γράψω ένα σχόλιο για τις εκλογές. Τελικά μου βγήκε να ρίξω στο τραπέζι το love story που μόλις διαβάσατε! Το ίδιο κάνει…

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2007

ΜΑΡΟΚΟ



Ταξιδεύοντας στο Αιγαίο με ένα βιβλίο στο χέρι, μια λέξη στροβιλιζόταν στη σκέψη μου σαν δερβίσης:
«ΜΑΡΟΚΟ!»
Κι όταν το πλοίο πλησίασε και είδα από μακριά την Ερμούπολη που ‘μοιαζε με κυβιστικό πίνακα του Πικάσο, δεν μου ‘ρθε στο στόμα η λέξη «επιτέλους» αλλά πάλι ΜΑΡΟΚΟ μου ξέφυγε.

Κάθε πρωί κοίταζα απ το παράθυρο τα πλοία να ερωτοτροπούν μπες-βγες στη μήτρα του λιμανιού κι έγραφα, διόρθωνα, δάκρυζα, διάβαζα, έφτυνα τους δαίμονες και χαμογελούσα. Κι έπειτα έπαιρνα την πετσέτα μου και πήγαινα στην Πακού, την πιο γαμάτη παραλία του νησιού, εκείνη που ανήκει μόνο στους γυμνιστές και στους ματάκηδες. Εκεί που τα νερά είναι πράσινα κι όταν βουτάς τα ψάρια σε περιτριγυρίζουν, προκαλώντας σου τρόμο μην τυχόν και θελήσουν να δοκιμάσουν το απελευθερωμένο σου μόριο!
Τα βράδια ξεδίψαγα ρίχνοντας ματιές στον έναστρο ουρανό, απαγγέλλοντας κόντρα ποίηση με τον Αλ Μπάρουακ, συζητώντας για κατασκευές, projects, πρωτοπορίες, ψάχνοντας, σκάβοντας, μέσα μας, γύρω μας, παντού… το δρόμο της απελευθέρωσης απ τη μίζερη εποχή μας! Την εποχή της μη έντασης και των κουρδισμένων ανθρώπων…

Ένα βράδυ πήγαμε να βρούμε τον Τέο Ρόμβο. Άσπρα μούσια και μακριά μαλλιά, ο πιο προκλητικός συγγραφέας της χώρας μας έχουν πει. Ο πιο ελεύθερος, ο πιο ελεύθερος, ο πιο ελεύθερος… λέω εγώ κι αυτό φτάνει.
Δεν είμαστε μποέμ, ούτε underground.
Είμαστε Barouak!
Aυτός όμως ήταν γνήσιος μποέμ και underground, διανοούμενος της αληθινής ζωής, τα έζησε, τα έκανε όλα κι εμείς επίδοξοι εραστές της ελευθερίας σκύψαμε να πιούμε απ την πηγή του, να πάρουμε χρησμό… Ναι, ναι εκείνο το βράδυ ο Ινδιάνος Μάγος της φυλής των συγγραφέων Τέος Ρόμβος μας μοίρασε πεγιότλ με τις φράσεις του… *

«ΜΑΡΟΚΟ! Κάθε φορά που κοιτώ την Ερμούπολη από μακριά νομίζω ότι βρίσκομαι στο Μαρόκο…», του είπα.
«Αυτό το έχουν γράψει αρκετοί περιηγητές…», είπε ο Ρόμβος με φυσικότητα. «Ειδικά τον 19ο αιώνα…»
«Μα εγώ Τεό, δεν έχω πάει ποτέ στο Μαρόκο…», του αποκρίθηκα αλλά δεν τον είδα να ταράζεται καθόλου.

Μια από τις επόμενες μέρες ο Larry Cool και η παρέα του παρουσίασαν στο νησί το βιβλίο τους Fortune Cookies. Δεν πήγα στην παρουσίαση.
Προτίμησα να υποδυθώ τον μαρκήσιο Ντε Σαντ στη μικρή μου ερωμένη…
Κι έπειτα αργά, μετά από πολλά βαρέλια αλκοόλ βρήκα τον Αλ με την παρέα του Larry Cool στο Μποεμ κι όλοι μαζί γίναμε κουβάρι καβάλα σε συστοιχίες μελωδιών. Ο μαρκήσιος είχε μεταμορφωθεί σε μικρό πρίγκιπα κι… εκείνη είχε έρθει να μου κάνει παρέα στο μικροσκοπικό μου πλανήτη που περιστρέφονταν σαν δερβίσης παρέα με μπύρες, μουσικές, τατουάζ, χαμόγελα, φιλιά, αγκαλιές, και την φωνή του Αλ που έκραζε σαν φωνή σεισμού κάθε τόσο: «BAROYAAAAAAAK»!
Και τότε ο Vita Mi σταμάταγε να ρουφά την πνοή της μικρής του ερωμένης και ανταπαντούσε σαν την ηχώ του σεισμού: «ΜΑΡΟΟΟΚΚΟΟΟΟ!!»


*Τα σχετικά με τους ινδιάνους είναι «δανεισμένα» και διασκευασμένα από ένα εκπληκτικό κείμενο του Ρόμβου.

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2007

Φωτιά στη Φορμόλη


Και τώρα ήρθε η ώρα να παίξω με τις λέξεις των φίλων...
O Dr Uqbar (λαγνεία, φορμόλη, υποχόνδριος, σιγή, αίμα) και η αλεπού (έλατο, ελάφι, άμαξα, άγιος, ύπνος) μου έβαλαν δύσκολα.

Φωτιά στη Φορμόλη

Ο Κωνσταντίνος Καλενδέρογλου, ο γνωστός γαιοκτήμονας, ήταν τελείως υποχόνδριος. Απ την ώρα που μπήκε στην άμαξά του δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να παραπονιέται στην κυρία Καλενδέρογλου, για αφόρητους πόνους στο στήθος.
«Θα πεθάνω, γλυκιά μου, θα πεθάνω…», της έλεγε και της ξανά έλεγε αλλά εκείνη είχε κουραστεί να τον ακούει τόσα χρόνια κι αποφάσισε να βάλει σε λειτουργία το κόλπο που ήξερε να κάνει καλά. Γύρισε το νοητό διακόπτη, αποκοιμήθηκε και ταξίδεψε σε μέρη γεμάτα λαγνεία και ηδονή παρέα με τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ και την παλιοπαρέα του.
«Καργιόλα…», ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος Καλενδέρογλου διαπιστώνοντας ότι εκτός απ τον μαρκήσιο την είχε πάρει κι ο ύπνος.
Άνοιξε ένα μεταλλικό κουτί που βρισκόταν δίπλα του στο κάθισμα της άμαξας κι έβγαλε από μέσα μια γυάλα γεμάτη φορμόλη. Μια γυάλα που φιλοξενούσε ένα έμβρυο 2 μηνών. Σχεδόν αυτόματα στο δάσος απλώθηκε μια μυστηριώδης σιγή. Δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε καν οι ρόδες της άμαξας που τραντάζονταν στο χωματένιο δρόμο.
Κοίταξε έξω και είδε ένα αρσενικό ελάφι να τρέχει πίσω απ τις φυλλωσιές. Οι ντόπιοι έλεγαν ότι ήταν γρουσουζιά να βλέπεις αρσενικό ελάφι όταν σουρούπωνε.

Ξαφνικά ακούστηκε ένα τρομερός θόρυβος, κάποιος ούρλιαξε, η άμαξα ανετράπη και τα πάντα στροβιλίστηκαν μέχρις ότου μπλέχτηκαν ανάμεσα σε μέταλλα, αίματα και σπασμένα ξύλα.
Έριξε το τρομαγμένο βλέμμα του πάνω της, ήταν πληγωμένη, σοκαρισμένη, κάτασπρη αλλά ζωντανή.
O Κωνσταντίνος Καλενδέρογλου κατά παράδοξο τρόπο δεν είχε την παραμικρή αμυχή. Βγήκε έξω και διαπίστωσε ότι η άμαξα είχε καταπλακωθεί από ένα κομμένο έλατο ενώ ο αμαξάς κείτονταν νεκρός. Γύρισε, κοίταξε εκείνη που ακολουθούσε πίσω του και τότε άκουσε μια αγριεμένη φωνή.
«Τα λεφτά ή τη ζωή σου, σκατόγερε!»
Κοίταξε δεξιά του και είδε ένα νεαρό με τραγιάσκα, ρούχα χωριάτη και ένα καργιοφύλι στα χέρια, ενώ δίπλα του κάποιος άλλος κρατούσε τσεκούρι.
«Τα λεφτά ή τη ζωή σου!», επανέλαβε η φωνή.
«Δεν έπρεπε να το ρίξουμε το μωρό, αυτά πληρώνουμε τώρα…», σκέφτηκε ως γνήσιο τέκνο της Μιας Αγίας Αποστολικής Εκκλησίας και ετοιμάστηκε να τα κάνει πάνω του. Η αλήθεια ήταν ότι πλήρωνε την φτώχεια που χε σπείρει στις οικογένειες των αγροτών του κάμπου.
Ο γαιοκτήμονας άρπαξε απ το χέρι τη γυναίκα του κι έτρεξε προς τα δέντρα αλλά πριν προλάβει να χαθεί στις φυλλωσιές άκουσε τον πυροβολισμό. Αισθάνθηκε κάψιμο στο στήθος, είδε το αίμα να τον πλημμυρίζει, γονάτισε ανήμπορος κι έπειτα όλα σκοτείνιασαν.
Το αμέσως επόμενο δεύτερο είδε μπροστά του φως κι ένα γεράκο με αυστηρό ύφος να κάθεται μπροστά από μια πελώρια είσοδο. Ο Άγιος Πέτρος μελέτησε τα έγγραφα, έκανε τις ποσθαφαιρέσεις κι έπειτα είπε στους Αγγέλους που αλήτευαν εκεί γύρω.
«Κάποιο λάθος έχει γίνει! Παρακαλώ οδηγήστε τον κ. Καλενδέρογλου στο ασανσέρ… Με συγχωρείτε κύριε αλλά πρέπει να πάτε το συντομότερο δυνατό στο φλεγόμενο υπόγειο, σας περιμένουν με αγωνία…»

ΥΓ1. Καλλιτεχνικές Παραγγελιές γιοκ!
ΥΓ2. Θα ακολουθήσει νέο post για το κινηματογραφικό παιχνίδι…

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

Το πλακόστρωτο, το λιοντάρι και το σύννεφο...

Χαμηλός φωτισμός, θαμώνες, ρυθμός, κουνήματα, ροκ μουσική, δεκάδες σφηνάκια τεκίλας και μπύρες στο χέρι, χαμόγελα… Εγώ με μια ψηλή ξανθιά που μόλις είχα γνωρίσει, να χορεύουμε Nirvana σε στυλ λαμπάντα κι ο Σίγμα με μια καστανούλα τα ίδια και χειρότερα. Tαξιδέψαμε έτσι για πολλές ώρες. Τους χορούς ακολούθησαν οι αγκαλιές, τα δάχτυλα μας βρήκαν το ταίρι τους, οι μυρωδιές μας έσμιξαν η μια με την άλλη αλλά φιλί δεν είχε πέσει ακόμα.
Κατεβήκαμε τα σκαλιά, ανοίξαμε την πόρτα και βγήκαμε στο πλακόστρωτο σοκάκι....
Έξω ομίχλη. Οι σκεπές των νεοκλασικών σπιτιών κρύβονταν μια στο σκοτάδι, μια στο σύννεφο. Προχωρήσαμε μες τα μυστηριώδη πλακόστρωτα και τραγουδάγαμε αγκαλιά, ώσπου φτάσαμε στην παραλία.
Ακούγαμε τη θάλασσα, βλέπαμε τα φωτάκια στην άκρη του λιμενοβραχίονα αλλά η ομίχλη έκρυβε καλά που σταματούσε η στεριά και που ξεκινούσαν τα κύματα.

Γύρισα και κοίταξα την ξανθιά. Τα μάτια της έλαμπαν. Τα δικά μου είχαν πάρει φωτιά, το χέρι μου είχε αρπάξει τη μέση της αλλά δεν την είχα γευτεί ακόμα. Χωρίς να το καταλάβουμε καλά-καλά κάτσαμε σε ένα σουβλατζίδικο δίπλα στη συννεφιασμένη θάλασσα. Εγώ με τον Σίγμα παραγγείλαμε από ένα πιτόγυρο με διπλό τζατζίκι κι εκείνες παρήγγειλαν ούζο με πορτοκαλάδα!!!
Στο άκουσμα της παραγγελιάς των κοριτσιών, ανταλλάξαμε με το Σίγμα μεθυσμένο βλέμμα και είπαμε θαρρείς με το κλείσιμο μιας ματιάς: «Θεέ μου τι πλάσματα, αυτά που γνωρίσαμε σήμερα το βράδυ…»
Η ξανθιά (σωστή Τσαούσα στο 3-2-1 του Μαρίνου, με αμφίεση δευτεροκλασάτης ροκ σταρ) ήταν πραγματικός αλκοολικός δυναμίτης. Επιτέλους είχαμε βρει κάποιες να παραβγούμε στην αλητεία… Αφού ήπιαν σχεδόν μονοκοπανιά τα πρώτα ποτά, παρήγγειλαν και δεύτερα σε πλαστικό ποτηράκι. Κι έπειτα μας πήραν αλα μπρατσέτα και ξαναμπήκαμε στο σύννεφο, στα πλακόστρωτα, στην έρημη πόλη μιας άλλης εποχής, με τις σκεπές που τις έκρυβε μια το μαύρο, μια το λευκό…

Μπροστά μου, λίγα μέτρα απόσταση, ο Σίγμα και η Καστανή να περπατούν, να χαριεντίζονται. Πλάι μου η ξανθιά, είχε γείρει το κεφάλι της στον ώμο μου, μου χε δώσει να κρατήσω το ποτό της και προσποιούνταν τη ζαλισμένη. Τότε λοιπόν συνέβη εκείνο που δεν θα ξεχάσει ποτέ ο Vita Mi... Την είδα να γυρνά… την καστανούλα εννοώ, όχι την ξανθιά, να μας ρίχνει μια κλεφτή ματιά και να λέει:
«Είναι τόσο όμορφα εδώ, τόσοοοοοο….»
Πριν όμως προφτάσει το στόμα της να ολοκληρώσει τη φράση, τα πόδια της πήραν πρωτοβουλία, έδωσαν μια και ξεκίνησαν απότομο τρέξιμο παρασέρνοντας τα καστανά μαλλιά της ευθεία μπροστά στον πεζόδρομο… Τα γέλια της σάλπισαν, τα τακούνια της χτύπαγαν ρυθμικά το πλακόστρωτο και την είδα να χάνεται μες την ομίχλη…
Αμέσως τα μαλλιά μου μάκρυναν, τα δόντια μου έγιναν κοφτερά, η ομίχλη μεταμορφώθηκε σε ψιλή χλόη, βρισκόμουν στη σαβάνα, η καστανούλα έγινε γαζέλα κι από μέσα μου ξύπνησε ο λέοντας με μιας! Έδωσα λοιπόν και γω μια και χωρίς δεύτερη σκέψη, άρχισα να τρέχω μες την ομίχλη, να την κυνηγώ… Ακολουθούσα το θόρυβο των βημάτων της, τα γέλια της, κι έβαλα τα δυνατά μου να την προφτάσω…
Σε λίγο έφτασα κοντά στη θάλασσα και αντίκρισα τα φώτα της παραλίας που έβαφαν πορτοκαλί την ομίχλη κι έμπλεκαν με τα γέλια της. Πλησίασα λαχανιασμένος και την είδα να κάθεται όρθια στην άκρη της θάλασσας με ανοιγμένα τα χέρια.

Την πλησίασα, την άρπαξα απ το χέρι, την γύρισα απότομα και την φίλησα στο στόμα χωρίς δεύτερη σκέψη! Το φιλί μας ήταν υγρό, καπνισμένο, παθιασμένο, σκέτος στρόβιλος… Ένας στρόβιλος που δεν κράτησε πάνω από λεπτό γιατί διεκόπη βίαια απ τα ξινισμένα βλέμματα του Σίγμα και της ξανθιάς.

Δεν έφταιγα εγώ, ο λέοντας που έκρυβα μέσα μου έφταιγε. Ίσως μόνο το αλκοόλ...

Πάντως με την καστανούλα περάσαμε ακόμα μερικά όμορφα βράδια κι έπειτα έφυγα απ την πόλη και δεν την ξαναείδα ποτέ…

Δευτέρα, Ιανουαρίου 22, 2007

Ερωτική Έκσταση

Είχε σταματήσει να αισθάνεται από τότε που έπαψε να είναι ερωτευμένος με Εκείνη. Το ηλιοβασίλεμα, ο πόνος, το χαμόγελο, το δάκρυ ήταν βαμμένα για εκείνον απ το ίδιο γκρι. Το μοναδικό που του έδινε πλέον χαρά (γκρίζα κι αυτή βέβαια) ήταν να δημιουργεί έργα τέχνης. Ήταν ο μοναδικός λόγος που δεν είχε τινάξει ακόμα τα μυαλά του στον αέρα.
Έγραφε ποιήματα, ήξερε από πινέλα, από πνευστά, ήξερε κι από μοντάζ και κάμερες… Έλεγαν μάλιστα ότι ήταν ένα καλός video-arter. Όλα κύλαγαν το ίδιο γκρίζα στη ζωή του, ώσπου ένα βράδυ είδε ένα έγχρωμο όνειρο και τον έκανε να ξυπνήσει, ερεθισμένος, ιδρωμένος με μάτια που έσταζαν κόκκινο, ηδονή, σεξ….
Τι όνειρο και κείνο πραγματική σεξουαλική οπτασία. Παλιότερα είχε δοκιμάσει αρκετά ερωτικά παιχνίδια. Μόνος με δύο, δύο με μία, μόνος με μια παρτενέρ παρέα με φωτιά, σκοινιά, βία, βοηθητικά εργαλεία, δαγκωνιές, μώλωπες κι ατέλειωτους οργασμούς αλλά αυτά φάνταζαν πλέον πολύ μακρινά.

Μετά το όνειρο όμως όλα είχαν αλλάξει. Τι όνειρο; Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι η τέχνη, μπορούσε να συνδυαστεί τόσο περίφημα με την ηδονή, το σεξ, τη λαγνεία των σωμάτων. Ανέβηκε σε μια σκάλα και έστησε την κάμερα στη θέση της λάμπας να κοιτά το πάτωμα κατακόρυφα. Άδειασε το δωμάτιο από έπιπλα κι έπειτα πήγε κι αγόρασε ένα τεράστιο αφρολέξ. Το έκοψε σε σχήμα κρεβατιού. Μετά πήρε στόκο, μουσαμά κι ένα καλέμι, το έφτιαξε σαν ένα κρεβάτι-παλέτα και το τοποθέτησε στο κέντρο του άδειου δωματίου.
Έπειτα πετάχτηκε κι αγόρασε χρώματα…. Κόκκινο, πράσινο, κίτρινο, μπλε, πορτοκαλί, χρώμα για body painting… Κουβάδες χρώμα! Τοποθέτησε σε κάθε κουφάλα της κρεβατένιας παλέτας από ένα χρώμα κι έπειτα ανέβηκε στην σκάλα και κοίταξε κατακόρυφα την παλέτα με τα χρώματα. Τέλεια! Τα κεφάλια τους θα ‘ταν τυλιγμένα με γάζες, μονάχα τα κορμιά τους θα φαινόταν γυμνά. Κανείς δεν θα τους αναγνώριζε στα ελιτίστικα φεστιβάλ video art που σκόπευε να στείλει το νέο του έργο…
Υπήρχε όμως κι ένα σημαντικό πρόβλημα. Η γκρίζα αγκαλιά του ήταν στεγνή από ερωμένη εδώ και καιρό. Δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα να πείσει κάποια περαστική να βγάλει τα μάτια της μαζί του, δεδομένου ότι σκόπευε να βιντεοσκοπήσει την όλη «καλλιτεχνική διαδικασία».
Αρχικά πήρε τηλέφωνο όλες τις παλιές του ερωμένες. Μέχρι και ταξίδι στο Βερολίνο έταξε σε κάποια για να του κάτσει αλλά η χυλόπιτα είχε πάλι την ίδια γεύση. Προς στιγμή του ‘ρθε στο νου, να χρησιμοποιήσει κάποια πόρνη αλλά τα τελευταία χρόνια δεν πήγαινε με πόρνες καθαρά για ιδεολογικούς λόγους. Σκάλισε τα πάντα που μπορούσε να φανταστεί, τα έριξε στην περιπτερού, την βιντεοκλαμπού σκέφτηκε ακόμα και μια τρίτη του ξαδέρφη… Κι όταν όλες του οι ελπίδες μας άφησαν χρόνους του απέμεινε μόνο εκείνη που δεν την είχε δει ποτέ. Εκείνη που έκανε chating μέρα παρά μέρα στο internet. Εξάλλου αν έκρινε απ όλα εκείνα τα πορνοδιαστροφικά που συζήταγαν κατά καιρούς, το κορίτσι ήταν έτοιμο για όλα…

Το ίδιο βράδυ της έγραψε εξονυχιστικά για το όραμά του.
«Θα ανέβουμε και οι δυο γυμνοί πάνω στην παλέτα-κρεβάτι.» της είπε. «Τα πρόσωπά μας δεν θα αναγνωρίζονται απ τις γάζες. Κι έπειτα θα αρχίσω να σε αγγίζω, να σε λούζω με χρώματα, να στάζω τη γλώσσα μου μες το κόκκινο και να σε βάφω γλύφοντάς σε στην σπονδυλική σου στήλη ως κάτω χαμηλά. Θα κυλιόμαστε, θα χορεύουμε ο ένας μέσα στον άλλο πλημμυρισμένοι από χρώματα... Και όλα αυτά θα καταγράφονται απ την κάμερα, ώσπου να φτάσουμε στην ερωτική έκσταση… Ώσπου η ίδια η ερωτική έκσταση να ζωγραφιστεί απ τα κορμιά μας, τα χρώματα και τα αγκομαχητά πάνω στην παλέτα λες και ήταν τελάρο με μουσαμά…»

Εκείνη δεν άργησε πάνω από 5 λεπτά απ την προκαθορισμένη ώρα. Το κουδούνι χτύπησε μονάχα μια φορά. Δεν την είχε δει ποτέ αλλά είχε αποφασίσει ότι όπως και να ήταν θα το έκανε. Η ερωτική έκσταση ήταν ένα όραμα που έπρεπε να πραγματοποιηθεί πάση θυσίας…
Άνοιξε την πόρτα. Έσυρε το βλέμμα απ τα αθλητικά της παπούτσια, στο ξεβαμμένο τζιν, στο αθλητικό μπουφάν της. Έπειτα θαύμασε τις άκρες των κατσαρών μαλλιών της, το πιγούνι, τα σαρκώδη χείλια, τα παιχνιδιάρικα μάτια και σχεδόν ταυτόχρονα το πρόσωπό της στολίστηκε με ένα χαμόγελο.

Δεν είπαν τίποτα. Πλησίασαν και στάθηκαν αντικρινά στην παλέτα, αντίστοιχα απ την μια και την άλλη πλευρά. Κοιτάχτηκαν κατάματα και δίχως να πάρει ο ένας το βλέμμα απ τον άλλο άρχισαν να γδύνονται. Θέε μου, όσο περισσότερο παρατηρούσε το πρόσωπο της, όσο περισσότερο έψαχνε τις γωνίες του, τόσο περισσότερο καταλάβαινε ότι τα κοψίματα του, ήταν τα κοψίματα του κλειδιού που μπορούσε να τον ξεκλειδώσει… Ήταν μια κοπέλα που μπορούσε να τον κάνει να χάσει τα λογικά του, να την ερωτευθεί! Οι γωνίες του προσώπου της πρόδωσαν ότι ήταν το αντικλείδι του…
Προσπάθησε να συγκρατήσει την μορφή του προσώπου της γιατί σε λίγο θα το έκρυβαν οι γάζες. Έτσι κι έγινε. Όταν τα νεανικά κορμιά τους έμειναν γυμνά, τα πρόσωπά κρύφτηκαν αλλά οι γωνίες της ήδη σκάλιζαν την κλειδαριά της ψυχής του. Ανέβηκε στη σκάλα, πάτησε το κουμπί της κάμερας με τη βοήθεια ενός ραβδιού, κι έπειτα την κάλεσε να ανέβει μαζί του στη παλέτα. Τα χρώματα έβαψαν τη γύμνια τους. Δεν μπορούσε να τη φιλήσει. Μπορούσε μόνο να τη χαϊδέψει. Την ξάπλωσε κι άρχισε να αλείφει τους ώμους, τις πλάτες της με κόκκινο χρώμα. Συνέχισε πιο χαμηλά, στο πίσω μέρος της μέσης, στην κοιλιά την άλειψε παντού με κίτρινο… Τους αστραγάλους, τις γάμπες, τα εσωτερικά των μηρών της με πράσινο. Κι έτσι συνέχισε για αρκετή ώρα με τα δάχτυλά του, με τους μηρούς και το στέρνο του, ώσπου την έκανε ένα με το ουράνιο τόξο. Ήταν ήδη πολύ ερεθισμένος, το πέος του είχε γίνει σκληρό σαν το καλέμι του γλύπτη. Έσκυψε, άνοιξε τα πόδια της απαλά κι αφού τράβηξε λίγο τη γάζα που έκρυβε το στόμα του, ακούμπησε τη γλώσσα του στο καυτό της αιδοίο, κάνοντας την να αφήσει ένα βαθύ αναστεναγμό…


Σάββατο, Δεκεμβρίου 23, 2006

Ο Κροκοδειλάνθρωπος και τα Καλικατζαράκια...



Όταν ο Κροκοδειλάναθρωπος τα κακάρωσε και κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο συνάντησε μεγάλες αναταραχές και απεργίες. Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα και οι Καλικάτζαροι είχαν ξεσηκωθεί εναντίον του Αρχη-διαβόλου. Συγκεκριμένα, η προκήρυξη που βρήκε δίπλα σ ένα καζάνι γεμάτο αχνιστή πίσσα, έγραφε τα εξής:

Σύντροφοι και συντρόφισσες, Καλικάτζαροι Κάθε χρονιά συμβαίνουν τα ίδια και τα ίδια! Από την αρχή του χρόνου, πίσω απ το τεράστιο πριόνι, όλοι μια γροθιά, πριονίζουμε το γέρικο δέντρο που στηρίζει τον πάνω κόσμο. Κι όταν τέτοιες μέρες ζητούμε την πληρωμή μας, αντί ο αρχη-διάβολος να μας δώσει όσα μας έχει υποσχεθεί, μας δείχνει διαφημιστικά μηνύματα από τις ετοιμασίες κουραμπιέδων και μελομακάρονων στον Πάνω Κόσμο. Τότε εμείς παρασυρμένοι απ τη λαιμαργία μας παρατάμε το πριόνισμα του δέντρου και ανέβουμε πάνω. Όταν όμως γυρίσουμε πίσω ο κορμός του δέντρου έχει «επουλωθεί» κι ο αρχη-διάβολος το παίζει «Κωστάκης Καραμανλής» σχετικά με τις πληρωμές των μισθών μας… Σύντροφοι είμαστε βέβαιοι, ότι έχει κλείσει συμφωνία κάτω απ το τραπέζι με το Χριστό για να ισχυροποιήσουν και οι δυο την εξουσία τους, που τώρα τελευταία απειλείται! Σύντροφοι για πόσο ακόμα θα μας εκμεταλλεύεται, για πόσο ακόμα οι εργάτες του Κάτω Κόσμου, θα δουλεύουν σαν σλάβοι;… Ή ο Αρχη-διάβολος ή Εμείς!!

Δεν χρειάστηκε πάνω απ μερικά δεύτερα για να συλλάβει την ιδέα, ήταν μεγάλη χαμούρα ο Κροκοδειλάνθρωπος. Στα χέρια του δεν κρατούσε μια απλή προκήρυξη αλλά την ευκαιρία του να ξαναγυρίσει στη ζωή και να εκδικηθεί το δημιουργό και βιογράφο του, που τον είχε σκοτώσει πάνω στο άνθος της ηλικίας του! Φυσικά πρώτα συνεννοήθηκε με τον Αρχη-διάβολο. Ποτέ δεν θα κάνε κάτι ο Κροκοδειλάνθρωπος χωρίς να πάρει το ΟΚ απ τον Μεγάλο. Έπειτα πήγε βρήκε τον Σκουπιδίκιους, τον εργατοπατέρα των Καλικατζάρων και του τα ‘πε χαρτί και καλαμάρι:
«Κοίτα να δεις Σκουπιδίκιους… Αδίκως φωνάζετε πως φταίει ο Αρχη-διάβολος που δεν σας πληρώνει… Πρέπει να μάθεις ότι εκείνος που ευθύνεται στην πραγματικότητα είναι ο αρχηγός της πιο τρισάθλιας τρομοκρατικής οργάνωσης, ο Vita Mi Barouak. Που λες ο τυπάς εκβιάζει τον Μεγάλο, ότι αν δεν κάνει το κόλπο με τα μελομακάρονα, θα ανοίξει το πώμα της λίμνης που βρίσκεται στα όρια τους δάσους του blogspot και όλο το νερό θα χυθεί στον Κάτω Kόσμο με αποτέλεσμα να πνιγούν όλοι οι κάτοικοί του. Τι άλλο μπορεί να κάνει ο Μεγάλος, υποκύπτει στον εκβιασμό των τρομοκρατών, για το καλό σας! Αυτά που σου λέω είναι γνωστά στον πάνω κόσμο. Ο Vita Mi Βarouak είναι μεγάλη κουφάλα, μεγαλύτερη κι απ αυτή του δέντρου που πριονίζετε…»
«Και ‘μεις τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτό;!»
«Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πάρουμε τον στρατό των καλικάτζαρων και να επιτεθούμε στο σπίτι που θα κάνει Χριστούγεννα ο Vita Mi Barouak! Να τον συλλάβουμε και να τον κλείσουμε στο «Γκουαντάναμο» του Κάτω Κόσμου!»
«Μα ο κορμός του δέντρου θα έχει «επουλωθεί» μέχρι να επιστρέψουμε απ την εκστρατεία…»
«Του χρόνου όμως που δεν θα είναι εν ζωή ο Vita Mi Barouak για να τρομοκρατεί, o κορμός του δέντρου θα κοπεί επιτυχώς κι εσείς θα βάλετε στην τσεπούλα όλα όσα σας έχει υποσχεθεί ο Μεγάλος…»
Δεν ήθελαν και πολλοί οι καλικάτζαροι. Αφού το είπε ο εργατοπατέρας Σκουπιδίκιους, το έχαψαν με μιας, παράτησαν το δέντρο κι ακολούθησαν τον Κροκοδειλάνθρωπο στον Πάνω Κόσμο. Ο Κροκοδειλάνθρωπος είχε καταφέρει προγραμματίσει την εκδίκησή του στην εντέλεια, αποκτώντας ταυτόχρονα και την εύνοια του Μεγάλου. Πουρό για υιοθέτηση, ο δικός σου…

Το σπίτι που έμενε ο Vita Mi Barouak ήταν μια ψηλόλιγνη μονοκατοικία με καμινάδα. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και οι γυναίκες της οικογένειας ετοίμαζαν το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι στην κουζίνα, ενώ οι άντρες χάζευαν κάποιο παριζιάνικο καμπαρέ στην TV, μέχρις ότου ετοιμαστεί το φαγητό. Το σπίτι ήταν από ώρα περικυκλωμένο! Πάνω από εκατό καλικάτζαροι ήταν έτοιμοι να εισβάλουν από πόρτες, καμινάδα και παράθυρα, με ακόντια και τόξα στα χέρια. Και να σου που σε λίγα λεπτά Κροκοδειλάνθρωπος έδωσε το σύνθημα κι έγινε χαμός!! Ξαφνικά το σπίτι γέμισε δοντάρες, ουρές, νύχια, γρυλίσματα, ακόντια και τρομαγμένα βλέμματα συγγενών του Vita Mi Barouak. Κι ενώ το μαχαίρι του Κροκοδειλάνθρωπου είχε ακουμπήσει στο λαιμό του Vita Mi, έτοιμο να πάρει εκδίκηση για τον άδικο χαμό που του επιφύλαξε ο δημιουργός-βιογράφος του, η μητέρα του Vita Mi έχασε τα λογικά της και άρχισε τις φωνές, ανάκατες με παρακάλια, βρισιές, απειλές και αυστηρές νουθεσίες!! Κι όσο πέρναγαν τα δεύτερα, ο τόνος της γινόταν πιο αυστηρός, η φωνή της στρίγκλιζε, έτριζε, όρμαγε με βία, φωνή σειρήνας!! Πρώτα έσπασαν τα γυαλικά, μετά με μιας όλες οι τηλεοράσεις του σπιτιού(πω-πω ζημιά, θα τρελαθεί ο πατέρας!), μετά τα τζάμια των παραθύρων ακόμα και τα πορσελάνινα πιάτα πάνω στο γιορτινό τραπέζι!

Οι πρώτοι που σήκωσαν τα χέρια τους κι έκλεισαν τα αυτιά τους ήταν οι Καλικάτζαροι. Αμέσως μετά ο Κροκοδειλάνθρωπος άφησε το μαχαίρι να πέσει στο πάτωμα και ακολούθησε το παράδειγμα τους, παίρνοντας μια έκφραση τρόμου. Κι ενώ η μητέρα του Vita Mi συνέχισε τις στριγκλιές νουθεσίας τα μέλη της οικογένειας που ‘ταν συνηθισμένα σε κάτι τέτοια, κινήθηκαν σβέλτα, άρπαξαν τα τόξα και τα σπαθιά που ‘ταν ριγμένα στο πάτωμα και ακινητοποίησαν το στρατό των καλικάτζαρων. Έπειτα ο πιο νεαρός της οικογένειας πετάχτηκε ως τη λίμνη του blogspot κι αφού έκλεψε ένα μεγάλο δίχτυ από κάποιον ψαρά, γύρισε πίσω με καμάρι. Τους έβαλαν λοιπόν όλους μες το δίχτυ και μετά οι άντρες τις οικογενείας, που χαν πολεμική καταγωγή, πήραν μια βάρκα και τους πήγαν στα ανοιχτά της λίμνης, εκεί που βρισκόταν το πώμα της, το πέρασμα για τον Κάτω Κόσμο. Άνοιξαν λοιπόν το πώμα με πολύ προσοχή και τους άδειασαν στον άλλο κόσμο. Όταν γύρισαν σπίτι, ο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν ήδη έτοιμο. Στην πόρτα τους υποδέχτηκε η μητέρα του Vita Mi, μ ένα χαμόγελο που δανείζει κάθε τόσο στο ουράνιο τόξο και τους κάλεσε να καθίσουν γύρω απ το φτωχικό τους τραπέζι…

HτΑν Μια ΙσΤοΡία ΓρΑμΜεΝη Για τΟ δΑσΟς ΤοΥ bLoGsPoT της Candyblue...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2006

Ο Κροκοδειλάνθρωπος

Ο Κροκοδειλάνθρωπος είναι ευγενές φυτό!
Ευδοκιμεί σε κάθε πολυθρόνα που έχει απέναντί της τηλεόραση.
Φορά γυαλιά, έχει καράφλα και ευρύχωρη κοιλιά, δάσος από τρίχες στην πλάτη και στο στέρνο.
Έχεις ως πρότυπο του τον Τριανταφυλόπουλο (παλιά είχε τον Ευαγγελάτο).
Στα παιδιά που λένε τα κάλαντα , δεν ανοίγει ποτέ την πόρτα.
Σεξ κάνει μόνο με πόρνες.
Σώβρακο αλλάζει μόνο κάθε Κυριακή αφού γυρίσει απ τον Άγιο Ονούφριο, όπου εκκλησιάζεται….
Για φίλο έχει μονάχα κάποια που ονομάζεται Στλαβλα και μιλούν καθημερινά στο 090…
Στη δουλειά μαχαιρώνει μόνο πισώπλατα.
Όταν οδηγεί δεν βρίζει ποτέ, μονάχα μουντζώνει!
Μένει στο υπόγειο της δίπλα πολυκατοικίας.
Οι περισσότεροι λένε πως είναι Αλβανός αλλά αυτός πιστεύει ότι μας χρειάζετε μονάχα ένας… Παπαδόπουλος!
Έχει ερωτευθεί μονάχα δυο φορές στη ζωή του.
Την πρώτη μια ψιλόλιγνη γλάστρα του «Πρωινού καφέ».
Τη δεύτερη μια επιταγή της ασφάλειας για να «δώσει» έναν Πακιστανό υποψήφιο τρομοκράτη.
Αρκετά συχνά παρευρίσκεται σε γλέντια χουντικών και πυροβολεί με το περίστροφό του στον αέρα.
Ο Κροκοδειλάνθρωπος έγινε αισίως 52 χρονών.
Χτες βράδυ βγήκε έξω παγανιά.
Όχι αυτός αλλά ο Dr Χάρος…
Τον βρήκε την ώρα που έτρωγε Μερέντα με ψωμί αραχτός στην πολυθρόνα του, παρακολουθώντας την Τατιάνα Στεφανίδου να επιδεικνύει την σουβλερή της γλώσσα, σε κάποιο βραδινό talk-show.
Ο Dr Χάρος τον κοίταξε κατάματα, ακόνισε το δρεπάνι του και του ζήτησε να τον ακολουθήσει.
Κι έτσι που λέτε ο αγαπημένος μου Κροκοδειλάνθρωπος ξενοίκιασε το υπόγειο κι αγόρασε έναν τάφο σε τιμή ευκαιρίας...
Σνιφ, σνιφ!
Και τώρα που θα βρω άλλο Κροκοδειλάνθρωπο, για να συνεχίσω αυτή την γλυκιά ιστορία;…

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2006

Σκοτώνοντας ένα Βασιλιά!



Εκείνο το βράδυ είχα φτύσει δηλητήριο σ εκείνους π αγαπούσα. Από ότι φαίνεται ο Barouak είναι σαν το ηφαίστειο. Από μακριά ένα θέαμα, από κοντά μεγάλος μπελάς! Τα είχα κάνει λοιπόν μια ηφαιστειογενής σαλάτα σε εκείνο το Bar, μετά την είχα κοπανήσει και είχα πάει κάπου αλλού, όπου ήπια το Βόσπορο και χόρεψα μέχρι πρωίας μ όλα τα εξώγαμα του Διόνυσου.
Το επόμενο πρωί ήρθε και με βρήκε μες τη μαυρίλα, προσπαθώντας να βρω για ποιο λόγο είχα συμπεριφερθεί με τέτοιο απαράδεκτο τρόπο σ έναν άνθρωπο που εκτιμούσα τόσο πολύ. Πλύθηκα, ντύθηκα, πήρα το Μετρό, κατέβηκα στο κέντρο και ακολούθησα την κλασική διαδρομή περισυλλογής που ακολουθώ πάντα τέτοιες στιγμές. Πέρασα απ τον πεζόδρομο κάτω απ τη Ακρόπολη, έκλεισα μια ματιά στη φυλακή που Σωκράτης ήπιε το κώνειο κι από κει ανέβηκα στο λόφο του Φιλοπάππου για να αγναντέψω από μακριά τη θάλασσα, να καθαρίσει ο νους μου.

Να σου λοιπόν που μετά από αρκετά αγκομαχητά και μερικές στάλες ιδρώτα, έφτασα στην δεντροπολιορκημένη κορυφή. Γύρισα το βλέμμα μου προς τη θάλασσα και είδα τον ήλιο να χει γονατίσει και σαν δράκος αυτοκράτορας να φυσά πάνω στο γαλάζιο έναν πύρινο δρόμο… Έναν πύρινο δρόμο που χόρευε πάνω στη θάλασσα και κατευθυνόταν πάνω μου!
Οι μαύρες σκέψεις έφυγαν με μιας. Είχα μπροστά μου τη θάλασσα, τον ήλιο και πίσω στην πλάτη μου τον Παρθενώνα για μαξιλάρι των σκέψεών μου. Κάτι μέσα μου ψιθύρισε πως όσο σκατά κι αν τα χα κάνει το προηγούμενο βράδυ, όλα μπορούσαν να διορθωθούν! Χαμογέλασα… Γονάτισα και σκάλισα μια φιγούρα στο χώμα μ ένα κομμάτι σπασμένο μάρμαρο. Και τότε μια σκιά μπήκε μπροστά μου και μου κρύψε τον ήλιο!

Σήκωσα το βλέμμα και είδα έναν όμορφο νέο, ξανθό. Ήταν γεροδεμένος με αρχοντικό ύφος και φόραγε μανδύα. Στην ασπίδα του είχε το σύμβολο της Βεργίνας και απ τη μέση του κρεμόταν ένα χρυσό σπαθί. Θύμωσα! Αυτός ο άνθρωπος μου έκρυβε τον ήλιο! Μήπως άραγε θαρρούσε πως ήταν αυτός ο ήλιος;!
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο γαλαζοαίματος νέος άνοιξε το στόμα του, μου ‘πε πως ήταν μέγας βασιλιάς και πώς μπορούσε να μου προσφέρει ότι του ζητήσω. Τότε όμως ξύπνησε μέσα μου μια φωνή και μου ‘πε:
«Για να δεις τον ήλιο τον ηλιάτορα, πρέπει να πεις του Μεγαλέξαντρου να παραμερίσει!»
Σήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα κατάματα. Έκανα να ανοίξω το στόμα να του μιλήσω αλλά το χέρι που κράταγε το μάρμαρο που σκάλιζε τη γη κινήθηκε σβέλτα, το μάρμαρο έγινε στιλέτο φωτός και έκοψε στα δυο το λαρύγγι του βασιλιά σαν να ταν Γόρδιος Δεσμός!
Ο βασιλιάς έπεσε στη γη αιμόφυρτος, ο ήλιος ελευθερώθηκε κι εγώ έγειρα προς το μέρος του σαν ηλιοτρόπιο.

Ο βασιλιάς είχε χαθεί! Μπροστά μου βρισκόταν μόνο ο ήλιος κι ο πύρινος δρόμος του πάνω στη θάλασσα. Γύρισα, κοίταξα τον Παρθενώνα και τον είδα να λιώνει σαν κερί και η λάβα του να ποτίζει την Αθήνα, να φτάνει ως τη θάλασσα. Όλα εκείνα τα χαμηλά σπιτάκια έμοιαζαν με βότσαλα, κομμάτια απ τη μαρμάρινη λάβα του Παρθενώνα που είχαν υποκλιθεί μπροστά του. Είχαν υποκλιθεί σαν το άγονο χωράφι που εκλιπαρούσε για όργωμα.
Τότε γύρισα πάλι προς τον ήλιο και είδα ένα πύρινο άροτρο να γλιστρά πάνω στο δρόμο του φωτός, να καταφθάνει… Ο Μεγαλέξανδρος ήταν νεκρός αλλά τι σημασία είχε; Έτσι κι αλλιώς το πύρινο άροτρο θέλει πολλούς για να οργώσουν την Αττική Γη!