Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2013

Ο Μεσσίας


Τριάντα δύο χρονών μαντράχαλος και δεν έχω δουλέψει ποτέ. 
Δεν χρειάστηκε. Σπουδές, βέβαια, έκανα και με το παραπάνω. Ξεκίνησα με Οικονομικά, το γύρισα στη Διαφήμιση, αλλά πτυχίο κατάφερα να πάρω μόνο στη Δημιουργική Γραφή. Δέκα ολόκληρα χρόνια μου πήραν όλα αυτά στη Νέα Υόρκη. Κι όταν γύρισα επιτέλους πίσω στην πατρίδα, έφερα στις αποσκευές μου την Κρίση, και οι φίλοι μου άρχισαν να μεταναστεύουν για ένα καλύτερο αύριο. Oι παιδικοί μου φίλοι. Οι φίλοι που είχα στους Αμπελόκηπους, πριν μετακομίσουμε στη Φιλοθέη.
   Ο πατέρας μου ήταν εργολάβος, τις πρώτες μεγάλες δουλειές τις ανέλαβε τη δεκαετία του ’90, και με τους Ολυμπιακούς απογειώθηκε. Είναι πλέον συνταξιούχος. Εκατομμυριούχος συνταξιούχος. Είχε φίλους υψηλά ιστάμενους ο πατέρας και κάρτα στο κόμμα από το ’81 και πληροφορίες από μέσα την κατάλληλη στιγμή. Τα μετρητά πρόφτασε και τα έβγαλε έξω έγκαιρα, άγχος δεν έχει.
Θυμάμαι την ημέρα που ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε απ’ το Καστελόριζο ότι μπήκαμε στο ΔΝΤ, ο πατέρας με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε πως έγραψε στο όνομά μου μια πολυκατοικία στο Νέο Ψυχικό. Πενταόροφη. Όλη δική μου.
Αλλά αυτό δεν θα με βοηθούσε να γίνω συγγραφέας. Είχα ήδη δεχτεί 23 απορριπτικές επιστολές και για αυτοέκδοση ή μεσολάβηση του πατέρα δεν ήθελα να ακούσω κουβέντα. Ό,τι έκανα θα το έκανα με την αξία μου.
Την κατάρα μου να ’χεις να ζεις σε ενδιαφέρουσα εποχή, έλεγε η παλιά κινέζικη παροιμία, αλλά εγώ ζούσα λες και ήμουν σε άλλη εποχή. Ο καθένας ένιωθε την Κρίση στο πετσί του, είχε το υλικό για ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, αλλά όχι εγώ. Πώς θα έγραφα το συναρπαστικό έργο που θα αφορούσε την εποχή, το έργο που πάντα ονειρευόμουν; 
Στην αρχή άρχισα να πηγαίνω για έρευνα στα συσσίτια και στις πορείες, να φωτογραφίζω, να κρατώ σημειώσεις. Μα γρήγορα κατάλαβα πως αυτό δεν αρκούσε. Άλλο πράγμα το βίωμα, άλλο παρατηρητής. Αν δεν ξόρκιζα από πάνω μου τις αμαρτίες του πατέρα, πώς θα γινόμουν άνθρωπος του πνεύματος;
«Θα τον σκοτώσω!»
«Σιγά μη σκίσεις κάνα καλσόν», μου είπε η Τζένη το βράδυ της θείας φώτισης σε κάποιο μπαρ του κέντρου.
Κατέβηκα και με τους αγανακτισμένους στην πλατεία Συντάγματος. Χωρίς φωτογραφική μηχανή, χωρίς σημειωματάριο. Κατέβηκα για να ζήσω. Γνώρισα άνεργους, χρεοκοπημένους, υποψήφιους αυτόχειρες. Ένα μυθιστόρημα η ζωή του καθενός, όχι όμως η δική μου.
Εκείνα τα βράδια έμενα άγρυπνος ώς αργά και με τα πολλά αποφάσισα να δωρίσω ένα διαμέρισμα από την πολυκατοικία του Ψυχικού στη μικρότερη αριστερή οργάνωση της χώρας. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για τον κοινό αγώνα. Πήγα, έψαξα, βρήκα την οργάνωση που είχε λάβει τις λιγότερες ψήφους στις εκλογές, κι έβαλα συμβολαιογράφους και τα κανονίσανε. Παρ’ όλα αυτά, το επόμενο πρωί εξακολουθούσα να αισθάνομαι χάλια.
«Θα τον σκοτώσω!»
«Πιες τουλάχιστον πρώτα το ουίσκι σου», μου είπε η Τζένη την ημέρα της θείας φώτισης αποτελειώνοντας το δικό της.
Μάζεψα όλα τα ρούχα μου, τα πανάκριβα ρούχα και παπούτσια μου, και τα πήγα σε μια εκκλησία να τα μοιράσουν στους φτωχούς. Για αντάλλαγμα πήρα από εκεί ό,τι παλιόρουχα βρήκα. Τα φορούσα και κατέβαινα στο κέντρο να αναμειχθώ με το πλήθος,  να  ξεχάσω.
«Θα τον σκοτώσω!»
«Σκάσε επιτέλους, σε βαρέθηκα…»
Ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν που τον είχα πατέρα, που συνέχιζε να γλεντοκοπά με τους διεφθαρμένους του φίλους λες και δεν συνέβαινε τίποτα· που είχα ολόκληρη πολυκατοικία στο Ψυχικό, που για γενέθλιο δώρο μου πήρε πενήντα χιλιάδες ευρώ σε γερμανικά ομόλογα. Ήθελα να βοηθήσω όλους τους απολυμένους, τους χρεοκοπημένους, αλλά δεν ήξερα πώς. Στους ζητιάνους έδινα εικοσάευρα, στα μπαρ κερνούσα συνεχώς, δάνειζα λεφτά σε αγνώστους.
«Το μόνο που θέλω είναι να κάνω τον κόσμο χαρούμενο».
«Σκοτώνοντας τον πατέρα σου δεν νομίζω… Εκτός αν έχεις πατέρα πολιτικό!» 
Ναι, ήθελα να κάνω τον κόσμο χαρούμενο, να δει με αισιοδοξία το αύριο, να χορέψει και πάλι συρτάκι με τον Ζορμπά. Αυτός ήταν πλέον ο στόχος μου. Είχα βρει επιτέλους το δικό μου, το απόλυτο μυθιστόρημα, αλλά θα το έγραφα αφότου το ζούσα.
Ένα απ’ τα πρώτα που σκέφτηκα εκείνο το βράδυ της θείας φώτισης που τρέκλιζα στην μπάρα ήταν να φύγω για το Άγιο Όρος. Το πήρα πίσω μετά το πέμπτο ουίσκι. Ποιος αναχωρητής έκανε τον κόσμο χαρούμενο; Μήπως να γινόμουν επαναστάτης; Τρομοκράτης εκδικητής; Ή μήπως να χάριζα όλη την περιουσία μου σε κάποια φιλανθρωπική οργάνωση;
«Είσαι τρελός;», πετάχτηκε  η Τζένη και με σκούντησε να συνέλθω.
Καθόταν δίπλα μου στην μπάρα και με κοιτούσε με το φλεγόμενο απ’ το ποτό βλέμμα της. Τριανταπεντάρα χορεύτρια σε ένα club που έκλεισε προσφάτως, μελαχρινή και πρόστυχη, γεμάτη τατουάζ και με σκουλαρίκι στη γλώσσα. Πριν από δύο ώρες την είχα γνωρίσει σε εκείνο το μπαρ.
«Θες πολύ να κάνεις τον κόσμο χαρούμενο;», μου είπε.
«Όσο τίποτα…», αποκρίθηκα. «Δεν μπορώ να αντέξω τα μίζερα πρόσωπά τους, παντού, όπου κι αν γυρίσω, με κοιτούν λες και φταίω εγώ!»
«Λοιπόν… σκέφτηκα κάτι», μου είπε και με κοίταξε λοξά αδειάζοντας με μια γουλιά το ποτήρι της. «Βέβαια είναι κάτι που θα έχει αποτέλεσμα μόνο στον μισό πληθυσμό…»
Την κοίταξα απορημένος και είπα:
«Είναι μια αρχή…»
Με τράβηξε απ’ το χέρι και κλειστήκαμε στις γυναικείες τουαλέτες και άνοιξε τα πόδια της, σήκωσε πάνω τη φούστα της, εσώρουχο δεν φορούσε. Τα πόδια της σφριγηλά και καλλίγραμμα και ένας ήλιος τατουάζ ήταν ζωγραφισμένος γύρω απ’ το ξυρισμένο μουνί της. Κοίταξα μέσα της και είδα το φως το αληθινό και έπειτα γύρισα σ’ εκείνη λυτρωμένος.
«Τι με κοιτάς σαν βλάκας», μου είπε, «δεν θες να με κάνεις χαρούμενη; Γλείψε!»
Από τότε ξεκίνησα να τριγυρνώ σε μπαρ και καφέ, σε παραλίες, γυμναστήρια και κολυμβητήρια, με ή χωρίς την Τζένη, αναζητώντας να θυσιαστώ για ένα τους χαμόγελο, να προσφέρω ηδονή. Να πετάξω στα σκουπίδια τη δική μου απόλαυση, να σκύψω, να υποταχτώ, να γλείψω για να δώσω χαρά σ’ εκείνες. Δεν θα έπλενα τα πόδια τους, δεν θα χρησιμοποιούσα καθόλου χέρια. Θα πρόσφερα τη γλώσσα μου, ηδονής ναρκωτικό, να ταξιδέψουν στη νιρβάνα του οργασμού.
Ποτέ μου δεν θα έγραφα το μυθιστόρημα που ονειρευόμουν, δεν είχα το ταλέντο, καιρός ήταν να το παραδεχτώ. Η γλώσσα της θείας φώτισης με έχρισε όμως Μεσσία.


---

Το διήγημά μου στη συλλογή διηγημάτων Crisis: 10+1 (εκδόσεις Vakxikon.gr). Συμμετέχουν: Νίκος Κουνενής, Μαρία Ξυλούρη, Τζούλια Γκανάσου, Βάσια Τζανακάρη, Μαρία Φακίνου, Βαγγέλης Μπέκας, Στέργια Κάββαλου, Μαίρη Κλιγκάτση, Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Ιορδάνης Κουμασίδης, Johnny Handsome. 


Πατώντας εδώ μπορείτε να διαβάσετε ή να κατεβάσετε δωρεάν το βιβλίο. 


Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2012

Το μεγαλύτερο έγκλημα

Όχι, δεν βρέθηκα στο τμήμα γιατί έκλεψα. Ούτε φυσικά γιατί αφαίρεσα κάποιου τη ζωή. Μπορεί να γράφω ιστορίες που αφορούν εγκλήματα, αλλά στη ζωή, παρότι τολμηρός, είμαι ήρεμος και ίχνος εμπάθειας δεν έχω κανένα.

Όλα ξεκίνησαν ενώ έκανα την καθιερωμένη βόλτα μου στην Ερμού, παρατηρώντας τους περαστικούς φορτωμένους με ψώνια. Όχι, όχι, εγώ δεν ακολουθώ το παράδειγμά τους. Αφού το πορτοφόλι μου λιμοκτονεί. Δεν είναι θέμα οικονομικής κρίσης, αλλά επαγγέλματος.

Η γυναίκα μου αντιμετωπίζει με κατανόηση την οικονομική μου στενότητα. Εξάλλου, έχω εξασφαλίσει την ψυχαγωγία της. Γράφω περιστασιακά σε ένα περιοδικό για κινηματογράφο -χωρίς βέβαια, να πληρώνομαι- οπότε μπορώ να της προσφέρω δωρεάν τις καλύτερες ταινίες στις δημοσιογραφικές προβολές. Και στις ποιητικές βραδιές περνάμε περίφημα. Ειδικά όταν οι απαγγελίες σταματήσουν και πλησιάσουμε επιτέλους στον μπουφέ.

Παρατηρώντας τα τεκταινόμενα στην Ερμού, αναθεμάτιζα τη μοίρα μου που δεν με έκανε ινδιάνο με φτερά στο κεφάλι ή δεν μου’ μαθε βιολί να κερδίζω τη συμπάθεια των περαστικών με τη δεξιοτεχνία μου. Που ούτε ένα πόδι δεν μού ’κοψε σε ναρκοπέδιο συνόρων, ώστε να γίνω ένας καθωσπρέπει ζητιάνος.

Απεναντίας με έκανε συγγραφέα. Και μάλιστα συγγραφέα ποιοτικών βιβλίων. Μπορεί να μην με πιστεύετε, βλέποντάς με σε αυτή την κατάσταση, αλλά έχω γράψει 5 μυθιστορήματα. Μάλιστα, ένα από αυτά βραβεύτηκε από ένα λογοτεχνικό περιοδικό.

Οι κριτικοί με έχουνε καλομάθει. Δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει αρνητική κριτική για το έργο μου, πέρα από δυο τρεις εξαιρέσεις που δεν τις έλεγες κριτικές, μα λιβέλους. Παρ’ όλα αυτά ποτέ μου δεν κατάφερα να πουλήσω πάνω από 3.000 αντίτυπα. Βγάζοντας ένα βιβλίο το χρόνο, μου αναλογούν γύρω στα 5.000 € που δεν φτάνουν ούτε για το νοίκι.

Δεν το κρύβω πως έχω προσπαθήσει να γράψω και ροζ λογοτεχνία, με ψευδώνυμο, αλλά το χειρόγραφό μου απορρίφθηκε. Κανείς δεν ξεγελιέται τόσο εύκολα. Πρέπει να το έχεις στο αίμα σου.

Ήμουν, λοιπόν, απελπισμένος. Πρέπει να καταλάβετε, Α-Π-Ε-Λ-Π-Ι-Σ-Μ-Ε-Ν-Ο-Σ! Στην αρχή δεν μου πέρασε από το μυαλό, παρότι παρατηρούσα συχνά όλους αυτούς τους τύπους που έστεκαν στον πεζόδρομο ντυμένοι άγγελοι, Άραβες, νεράιδες ή πολεμιστές να ζητούν τον οβολό μας. Μονάχα όταν τους πλησίασα και διαπίστωσα ότι κάποιοι εξ αυτών δεν ήταν απλώς ξεπεσμένοι ηθοποιοί, μα μαυριδερότατοι μετανάστες που είχαν βάψει το πρόσωπό τους λευκό για να παραπλανήσουν ακόμα και τους πιο ακραίους εθνικόφρονες.

Σήκωσα το χέρι και χάιδεψα το πιγούνι μου. Γιατί να μην το έκανα κι εγώ; Ποιος θα με καταλάβαινε; Θα έβαφα το πρόσωπό μου, θα φόραγα κελεμπία και θα κρατούσα ένα λουλούδι στο χέρι για να δείχνω ρομαντικός.

Το επόμενο κιόλας πρωί έβαλα μπρος το σχέδιό μου. Τη φοβόμουν, βέβαια, την Ερμού, καθώς σύχναζαν αρκετοί γνωστοί. Ήταν, όμως, η πιο επικερδής πιάτσα που μπορούσα να φανταστώ. Πουθενά αλλού δεν είχα δει τόσα χαρούμενα πρόσωπα. Τις χρειάζεται τις γελαστές φάτσες η ζητιανιά.

Πρέπει να ήταν γύρω στις 10 το πρωί όταν κάθισα στο πόστο μου. Μαζί μου είχα ένα μισόλιτρο τσίπουρο, το οποίο είχα σχεδόν τελειώσει μέχρι να φτάσω.

Και νά σου τα σαλαμαλέκουμ. Και νά σου τα καραγκιοζιλίκια. Γύρω μου μαζεύτηκε κόσμος, κόσμος πολύς - αναθάρρησα. Το τενεκεδάκι μου γέμισε κέρματα. Αν συνέχιζα με αυτό το ρυθμό, σε λίγο θα ξεπερνούσα και την αμοιβή που είχα πάρει κάποτε από μια εφημερίδα για να γράψω ένα διήγημα με τίτλο «Επιστροφή στην κόλαση».

Σύντομα όμως θα ζούσα την πραγματική κόλαση.

Δεν τον είχα προσέξει αμέσως, πρέπει να βρισκόταν αρκετή ώρα εκεί. Στεκόταν χαμογελαστός ανάμεσα στο πλήθος που με χάζευε, παρέα με τη μικρή του κόρη. Τι ύφος, τι στιλ! Αληθινός αριστοκράτης, ο εκδότης μου.

Φορούσε ένα πανάκριβο παλτό (προσωπικά θα προτιμούσα ένα σαν εκείνο του Τζωρτζ Γκρημπ στο «Αναζητώντας τον κ. Γκρην») και καινούργια γυαλιά ηλίου, ενώ η κόρη του, με κάτι παρδαλά πιαστράκια στα μαλλιά, κρατούσε πλαστικές τσάντες των πιο ακριβών καταστημάτων του κέντρου.

Παρότι ήμουν βέβαιος ότι η λευκή βαφή έκρυβε την όψη μου, είχα σχεδόν παραλύσει. Ειδικά όταν η κόρη του πλησίασε και μου έριξε ένα 50λεπτο μέσα στο τενεκεδάκι, σχεδόν κατουρήθηκα πάνω μου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, σε λίγο άκουσα τον εκδότη μου, να λέει:

«Κοίτα να δεις μερικές συμπτώσεις!»

Γυρίζοντας προς τα κει, είδα τον πρόεδρο της επιτροπής κρατικών βραβείων, συνοδευόμενο από τον μεγαλύτερο σταρ της λογοτεχνικής κριτικής να τον πλησιάζουν.

Ο εκδότης μου τους μιλούσε πρόσχαρα κι εκείνοι έδειχναν ιδιαίτερα ευδιάθετοι. Ίσως να τους έλεγε για το τελευταίο μου βιβλίο, το πιο αδικημένο από όλα. Ναι, ακριβώς αυτό πρέπει να τους έλεγε. Άξιζε σίγουρα το κρατικό βραβείο. Το κρατικό βραβείο θα με έβγαζε από τη δύσκολη θέση.

Τότε, όμως, έφτασε το παρατεταμένο σφύριγμα και οι τρομαγμένες φωνές. «Police, police!» ούρλιαξε κάποιος μαύρος ξερακιανός και σχεδόν αμέσως οι μετανάστες που βρισκόταν δίπλα μου φόρτωσαν την πραμάτεια τους στον ώμο και το ‘βαλαν στα πόδια. Άρπαξα τα κέρματα απ’ το τενεκεδάκι και τους ακολούθησα δίχως δεύτερη σκέψη, φορώντας την κατάλευκη κελεμπία μου που με δυσκόλευε.

Πέρασα τρέχοντας έξω από το Public, τον Ελευθερουδάκη, τον Ιανό, τον Παπασωτηρίου, την Πολιτεία, όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Γεμάτα βιβλιοφάγους, πωλητές, βιβλία και χρήμα που έρεε άφθονο. Τόσος πολύς κόσμος να ζει από το βιβλίο κι εγώ που βγάζω με πόνο τον καρπό απ’ τη γη, να έχω πίσω μου έναν αστυνομικό να με κυνηγά λυσσαλέα.

Αποφάσισα να στρίψω προς τα Εξάρχεια. Δεξιά κι αριστερά στην πορεία μου εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοκαφέ και τυπογραφία, έσφυζαν από ζωή και δημιουργικό οργασμό, ενώ εγώ συνέχιζα να τρέχω για να σωθώ από τον υπερβάλλοντα ζήλο εκείνου του μπάτσου. Θα με είχε περάσει για μετανάστη, ο ηλίθιος.

Κάπου λοιπόν στη δαιδαλώδη βιομηχανία του βιβλίου των Αθηνών, η κελεμπία μου πιάστηκε σε μια γωνιά και σωριάστηκα στην άσφαλτο, ακριβώς έξω από την Πρωτοπορία.

Ήθελα να φωνάξω:

«Κάνετε λάθος, δεν είμαι μετανάστης, συγγραφέας είμαι, συγγραφέας!»

Τότε, όμως, πρόσεξα μέσα από την τζαμαρία του βιβλιοπωλείου την ταμεία να τοποθετεί το τελευταίο μου βιβλίο σε μια πλαστική σακούλα και να χτυπά την απόδειξη στην ταμειακή μηχανή. Ντράπηκα. Ήταν κι όλα εκείνα τα βλέμματα των βιβλιόφιλων, που είχαν βγει έξω και με κοίταζαν.

Ευτυχώς, δεν με αναγνώρισαν. Παρ’ όλα αυτά προσπάθησαν να πείσουν τον λαχανιασμένο αστυνομικό να με αφήσει, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος και με έσυρε στο τμήμα σαν να ’μουν κανένας εγκληματίας.

Τρεις ώρες με είχανε να περιμένω έξω από το γραφείο του ανακριτή.

«Πάλι καλά που δεν με πέτυχε κανένας δημοσιογράφος», συλλογιζόμουν, μα λίγο αργότερα δυο αλλόκοτες εικόνες κεραυνοβόλησαν τη σκέψη μου.

Το βαμμένο πρόσωπό μου, πρωτοσέλιδο σε σκανδαλοθηρικό έντυπο.

Και η αυτοσχέδια τσέπη της κελεμπίας μου, γεμάτη χαρτονομίσματα.




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δέκατα (Άνοιξη 2010). Θέμα τεύχους: η ζωή του συγγραφέα.Μοιράστηκε στην «Πerformance διήγημα δρόμου» τον Οκτώβριο του 2010.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2011

Τα σκοτάδια


Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια. Πάει πάνω από μήνας που την είδα τελευταία φορά, σας λέω είμαι πλέον καλά, βλέπω μονάχα έναν τύπο με φθαρμένο γκρι σακάκι να με παρακολουθεί κρυμμένος στις γωνιές του δρόμου, λεπτός, αρρωστιάρης, τα μάγουλά του μαζεμένα μες στο στόμα του, μασάει και τα δαγκώνει. Θα ’χει μάθει για τα περασμένα μεγαλεία, ο ηλίθιος, θα ’χει βάλει στο μάτι την περιουσία που σκόρπισα στα μπαρ και τις πουτάνες. Ωραίες οι πουτάνες, αλλά και το ουισκάκι, α, όλα κι όλα, το άγιο ουισκάκι, το φόρτωσαν βέβαια φόρους, στο διάολο το ουίσκι, στο διάολο ρε, ζήτω η ρετσίνα, ζήτω η Ελλάδα!

Πριν μέρες, που κατέβηκα στο κέντρο και στήθηκα στην ουρά για το συσσίτιο, τον είδα πάλι, στεκόταν μπάστακας, επτά-οκτώ ζήτουλες πίσω από μένα. Τον μαλάκα. Δεν έχει προσέξει τις τρύπιες μπότες μου, το παλιό παλτό που φοράω, πώς είναι δυνατόν να κρύβω μέσα στο σπίτι λεφτά, στο συσσίτιο γιατί έρχομαι, για να βγάλω γκόμενες με σάπια δόντια; Τρελός είναι, θεόμουρλος, δεν σας έτυχε ποτέ να σας παρακολουθεί κάποιος που ’χει χάσει τα λογικά του; Τον κοίταζα κι απέφευγε το βλέμμα μου, έσκυβε δήθεν για να δέσει τα κορδόνια του, ο διεστραμμένος, ο σιχαμένος, ο ασβός.
Νομίζει πως στο σπίτι έχω ακόμα πράγματα αξίας, σε γελάσανε φιλαράκο, τα πούλησα όλα όταν ξέμεινα, εδώ κι αρκετό καιρό, τα έπιπλα, την τηλεόραση, το παλιό πικάπ, το κρεβάτι, τα πάντα... Έπειτα άρχισα να πουλάω και τα βιβλία.

Στο σπίτι μου έχουν απομείνει μόνο βιβλία, εκατοντάδες, χιλιάδες παλιά βιβλία της μάνας μου, ένα στρώμα και μια κουβέρτα. Είχε εμμονή με τα βιβλία η μάνα μου, ήθελε να με κάνει ακαδημαϊκό της λογοτεχνίας, να διδάσκω σε πανεπιστημιακές αίθουσες, να γίνω σπουδαίος, μεγάλος και τρανός, βέβαια, θα προτιμούσε να γίνω συγγραφέας, αλλά από μικρός φάνηκε πως δεν είχα αρκετό ταλέντο, έτσι έκρινε η μάνα μου. Γιατί η μάνα μου δεν ήθελε να γίνω ένας τυχαίος συγγραφέας, ήθελε να γίνω μεγάλος συγγραφέας, σαν τους Ρώσους κλασικούς που λάτρευε από μικρή.

Αυτή με πήρε στο λαιμό της, να ξεκινήσω το διδακτορικό για τους μεγάλους Ρώσους, «θα σε στηρίξω οικονομικά εγώ», μου ’πε, αλλά η παλιοαρρώστια την ξέκανε σε ένα τρίμηνο. Παράτησα αμέσως το διδακτορικό, είχα σκυλοβαρεθεί εδώ και καιρό. Αχ μάνα, μ’ άφησες μόνο κι έφυγες, μ’ άφησες μόνο με τα βιβλία και τις πουτάνες, αλλά και οι πουτάνες έφυγαν, τα παλιοπούτανα, έμεινε μόνο η ρετσίνα, χεχέ…

Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια.

Από τότε που ξεκίνησα να πουλάω τα βιβλία της συλλογής της, πρέπει να ’ταν πάνω από πέντε χιλιάδες βιβλία, κι έχω πουλήσει ήδη τα μισά. Είχα αποφασίσει να μην πουλήσω κανέναν Ρώσο, τους είχε μεγάλη αδυναμία η μάνα μου, μα γρήγορα κατάλαβα ότι οι κλασικοί αξίζουν πολλά, ξέρετε πόσο πιάνει Το έγκλημα και τιμωρία; Όσο ένα μπουκάλι ρετσίνα. Και η ρετσίνα με κάνει και βλέπω τα πράγματα καθαρά, ενώ τα χιλιάδες βιβλία μες στο σπίτι δημιουργούν απίστευτες κρυψώνες για τους δαίμονες.

Προχτές είδα πάλι εκείνον τον ξερακιανό να με παρακολουθεί, έκανε τον αδιάφορο, μα ξαφνικά με πλησίασε σαν άνεμος, κρύφτηκε στη σκιά μου, κι όταν άνοιξα την πόρτα του σπιτιού, πέρασε σβέλτα πίσω απ’ την πλάτη μου, και χάθηκε πίσω από τους σωρούς των βιβλίων...

Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια.

Το βράδυ όμως που ξυπνώ, ακούω ψιθύρους μες στο σπίτι, ακούω τον ξερακιανό τύπο να μιλά με μια γριά, ρώσικα, ναι, ρώσικα είν’ αυτά, ορμάω με ουρλιαχτά, προσπαθώ να τους ξετρυπώσω, μα τίποτα, είναι σβέλτοι σαν σκιές, κρύβονται στα σκοτάδια.

Συνωμοτούν εναντίον μου, το αισθάνομαι, κινδυνεύω. Μάζεψα βιβλία κι έφτιαξα φρούριο γύρω απ’ το στρώμα μου, στην μπότα μου έχω μόνιμα περασμένο το παλιό σκουριασμένο τραπεζομάχαιρο, μου τρώει τον αστράγαλο, μούσκεψα στο αίμα, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, σας λέω, κινδυνεύω.

Ο τύπος και η γριά αναμασούν ρώσικες προσευχές και τριγυρνούν μες στο σπίτι ανάμεσα στις σκιές των βιβλίων. Ήταν εχθροί, μα τώρα, τώρα είναι ολοφάνερο, αποφάσισαν να συνωμοτήσουν εναντίον μου, αναζητούν εκδίκηση, αναζητούν τιμωρία, δεν έκανα και κανένα έγκλημα, ρε μάνα, είναι έγκλημα να πουλήσεις ένα βιβλίο για ένα μπουκάλι κρασί, το κρασί ευφραίνει καρδία... το βιβλίο.... το βιβλίο... όχι, όχι δεν είναι έγκλημα που αξίζει τέτοια τιμωρία.

Eχω να κλείσω μάτι από χτες και στην τουαλέτα έχω σταματήσει να πηγαίνω, τα κάνω εδώ, δίπλα στο στρώμα μου, δικά μου σκατά είναι, τα χρησιμοποιώ για λάσπη και μεζέ για τη ρετσίνα, χεχέ, κολλάω τα βιβλία σαν τούβλα, το κάστρο μου πρέπει να είναι γερό, και τα σκατά κολλάνε εξαιρετικά· καφέ μυρωδάτο τσιμέντο.
Το μάτι του Ρώσου γυαλίζει, μάνα, έχεις δει, μανούλα, πώς χειρίζονται αυτά τα ρεμάλια τη φαλτσέτα; Παραφυλά πίσω από τις στοίβες των βιβλίων, θέλει να με πιάσει κοιμισμένο και να μου κόψει το λαρύγγι στα δυο.
Αλλά δεν θα σου κάνω το χατίρι να κοιμηθώ, μουνόπανο!

Αχ, μάνα, τι το ’θελα να πουλήσω το Έγκλημα και Τιμωρία, τόσα βιβλία, αυτό βρήκα, το αγαπημένο σου, το βιβλίο που διάβαζες ξανά και ξανά τις τελευταίες μέρες στο νοσοκομείο, κι έπειτα όταν τα μάτια σου έλειωσαν, το πρόσωπό σου έγινε ζάρες και κόκαλα, μου ζήτησες να σου το διαβάζω εγώ, ναι εγώ, εγώ, ξανά και ξανά από την αρχή, φορές αμέτρητες, ώσπου να ξεψυχήσεις, μανούλα, κι από τότε οι σκιές πύκνωσαν γύρω μου, οι ψίθυροι δυνάμωσαν και το κρύο ήρθε και με βρήκε, τουρτουρίζω, μάνα, τρέμω… Μ’ ακούς καριόλη, θα σου μπήξω το μαχαίρι στ’ αρχίδια, θα σε σκίσω, θέλω να σε δω να τραντάζεσαι, να πεθαίνεις, καριόλη, θα σου ξεριζώσω τη γλώσσα, τα αυτιά, θα σου βγάλω τα μάτια.

Ακούστε, ακούστε τη γριά, φωνάζει: «Όρμα, Ρασκόλνικοφ!»
Σκάσε, μπαμπόγρια, θα σου ξεριζώσω τα βυζιά!
Κρατώ τραπεζομάχαιρο.
Σκοπεύω να την κάνω από δω…
Αλίμονο αν με σταματήσει κανείς στα σκοτάδια.



Κυκλοφόρησε στη συλλογή διηγηματων "Ιστορίες Βιβλίων" (εκδ. Κaστανιώτη). Το σχέδιο που κοσμεί την ιστορία είναι του Φίλιππου Παπανικολάου

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011

Ευθεία ή καμπύλη;


Με λέγανε πατριώτη. Κοροϊδευτικά. Επειδή όταν πήγαινα στην πλατεία έπαιρνα μαζί μου τη γαλανόλευκη που ξέμεινε απ' το ταξίδι στα γήπεδα της Πορτογαλίας όπου είχα πάει να δω την Εθνική. Την ιδέα να κατέβω στην πλατεία Συντάγματος την πέταξε ένας κοντός, που περίμενε μπροστά μου στην ουρά του ΟΑΕΔ. Την ιδέα για το ταξίδι στην Πορτογαλία την είχε ρίξει το πρώην αφεντικό μου.

Λένε πως παράτησε την Cayenne και κυκλοφορεί πλέον με παπάκι. Η τεχνική του εταιρεία χρεοκόπησε και έτσι βρέθηκε άνεργος και μόνος στην πλατεία. Ηταν απίστευτο. Μια κατασκήνωση πολιορκούσε τη Βουλή. Χαρούμενα πρόσωπα και γενικές συνελεύσεις και κιθάρες και μπίρες και συζητήσεις με αγνώστους. Είχα χρόνια να πιάσω κουβέντα με κάποιον άγνωστο, αν εξαιρέσουμε φυσικά τον τύπο στον ΟΑΕΔ που μου άνοιξε τα μάτια.

Την πρώτη φορά που την είδα διάβαζε ακουμπισμένη σ' ένα δέντρο. Είχε κατσαρά μαύρα μαλλιά, τα δόντια της ήταν λίγο αραιά, μα χαμογελούσε κι έλαμπε ο τόπος. Φορούσε ριχτά ρούχα και στα πόδια σαντάλια. Προσπάθησα να δω τον τίτλο του βιβλίου που διάβαζε, σήκωσε το βλέμμα και κοιταχτήκαμε.

"Καλό το βιβλίο;" ρώτησα.

"Κάτι παραπάνω από καλό", αποκρίθηκε.

"Με τι έχει να κάνει;".

"Με διάφορα".

"Οπως;".

"Οπως ότι η ευθεία δεν είναι ο πιο σύντομος δρόμος".

Μου έκανε σίγουρα πλάκα ή ήθελε να με βγάλει τρελό.

"Βλακείες", είπα, "έχω λύσει χιλιάδες ασκήσεις στο γυμνάσιο, το λύκειο, τη σχολή βασισμένες όλες σ' αυτόν τον κανόνα".

"Είσαι απ' αυτούς που έχουν κολλήσει στην εποχή του Νεύτωνα", είπε εκείνη, "ο Αϊνστάιν απέδειξε πως η καμπύλη είναι ο πιο σύντομος δρόμος".

Πού τον θυμήθηκε τον παλιο-Εβραίο, σκέφτηκα, ακούμπησα κάτω τη γαλανόλευκη, κι έκανα υπομονή να ολοκληρώσει.

"Μεγαλώσαμε με βεβαιότητες που αποδεικνύονται ψευδαισθήσεις. Δεν ήσουν σίγουρος μέχρι χθες ότι βάδιζες στον σωστό δρόμο;".

Κατάπια τη γλώσσα μου. Εκείνη χαμογέλασε.

"Ωραία βιβλία διαβάζεις", είπα.

"Ταιριαστά με την εποχή μας", αποκρίθηκε εκείνη.

Δεν ήταν εντυπωσιακή, είχε όμως κάτι που σε κέρδιζε, κάτι γήινο και αιθέριο μαζί. Η Μαρία ήταν ένα αίνιγμα. Οταν τέλειωνε την κάθε της φράση, που ήταν πάντα όμορφη και φιλοσοφημένη, ακολουθούσε το αφοπλιστικό της χαμόγελο, σ' έκανε να χαμογελάσεις αντανακλαστικά. Ηθελα να διαβάσω αυτό το βιβλίο οπωσδήποτε, για πόσο ακόμα θα ζούσα στην εποχή του Νεύτωνα; Πριν όμως προφτάσω να ρωτήσω λεπτομέρειες, ένας μουσάτος τη φώναξε, έβαλε το βιβλίο στην τσάντα της, με χαιρέτησε και χάθηκε στο πλήθος. Από τότε την είδα δυο-τρεις φορές ακόμα στην πλατεία, μα είχε παρέα.

Τα παιδιά στις σκηνές της πλατείας, καλά παιδιά, αλλά στράβωναν όταν με έβλεπαν να κρατώ τη σημαία. Στην αρχή. Γιατί μετά κατάλαβαν ότι δεν είχαν να κάνουν με κανέναν φασίστα. Οχι, φασίστας δεν ήμουν με τίποτα. Το δούλεμα πάντως δεν το γλίτωσα, κι ας ήμουν 1.90 και μπρατσωμένος. Με πρόδιδε, βλέπετε, το πρόσωπό μου. Πρόσωπο αγαθού παιδιού με κορμί παλαιστή. "Πού 'σαι, ρε πατριώτη;" μου φώναζαν από μακριά και έβαζαν τα γέλια. Το έπνιγα μέσα μου, σφιγγόμουν.

Παρ' όλα αυτά, ήθελα να βοηθήσω με τα θέματα της πλατείας, χρόνο είχα άφθονο, άνεργος ήμουν και μόνος, τόσο μόνος που με είχα βαρεθεί. Με είχαν στοιχειώσει εκατοντάδες βράδια, εγώ κι ο εαυτός μου μπροστά στην τηλεόραση. Να τα ξορκίσω γύρευα.

Ετρωγα μόνος, κοιμόμουν μόνος, μιλούσα μόνος, ντρέπομαι τώρα που θα το πω, αλλά είναι αλήθεια, και η αλήθεια να λέγεται, είχα διδακτορικό στον αυνανισμό. Οταν με άγγιζε ανθρώπινο χέρι, νόμιζα πως είχε κακό σκοπό.

Εφευγα απ' την πλατεία και τριγυρνούσα στα γύρω στενά, βόλτα εγώ και η γαλανόλευκη, μόνοι οι δυο μας.

Το σκέφτομαι τώρα, τι κόλλημα κι αυτό με τη σημαία. Παρατηρούσα τις γκρίζες πολυκατοικίες, ένας λαβύρινθος ήταν για μένα η Αθήνα, βρώμικος, άσχημος, αφιλόξενος. Αναζητούσα διέξοδο, η πλατεία βοηθούσε, μα δεν θα μ' έσωζε.

Θυμάμαι τη μέρα που αποφασίσαμε να περικυκλώσουμε τη Βουλή. Στην πλατεία δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές και συνθήματα και πλακάτ και φάσκελα. Εψαχνα με το βλέμμα μου τη Μαρία, πουθενά. Ξαφνικά ακούστηκαν εκρήξεις. Δακρυγόνα, σύννεφα καπνού. Το πλήθος υποχώρησε φοβισμένο, μα δεν παρασύρθηκα απ΄ το στριμωξίδι. Εμεινα εκεί μετέωρος μες στο σύννεφο, εγώ και η γαλανόλευκη, με μάτια να καίνε. Στη σκέψη μου ήρθε η παλιά φωτογραφία του παππού δίπλα στο τζάκι, σημαιοφόρος στο αλβανικό έπος, ήρωας, έπεσε στην πρώτη γραμμή. Δεν το χάρηκε το παράσημο η γιαγιά. Εγώ το χάρηκα.

Απ' τη μια ο κόσμος τρομαγμένος. Απ' την άλλη τα ΜΑΤ ετοιμάζονταν για επίθεση. Ποιος ήταν ο πιο σύντομος δρόμος διαφυγής; Η ευθεία ή η καμπύλη; Ευθείες τα κλομπ. Καμπύλες τα κράνη. Δόθηκε το σύνθημα και οι μπάτσοι όρμησαν, χτυπούσαν όποιον κληρωθεί, η άσφαλτος γέμισε αίμα. Στεκόμουν σοκαρισμένος μες στο πανδαιμόνιο, ακίνητος με τη σημαία στο χέρι. Παρατηρούσα αμέτοχος, λες και ζούσα άλλο ένα βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Ανήκα μόνο στον εαυτό μου. Και στη σημαία μου. Ενας φλώρος με γυαλιά μυωπίας βγήκε απ' τους καπνούς και φώναξε στους μπάτσους "Ντροπή σας!" Τον χτύπησαν άγρια, με μανία, έπεσε, σύρθηκε μπρος μου, τον ποδοπάτησαν.

Τρελάθηκα. Στα χέρια μου η σημαία έγινε λοστός, γύρισα, κοίταξα απειλητικά τους μπάτσους, μα η καπνίλα ήταν ανυπόφορη, τα χημικά δηλητήριο, πνιγόμουν. Και τότε με χτύπησε στο κεφάλι μια αδέσποτη πέτρα.

"Tractatus Magico-Philosophicus, Tractatus Magico-Philosophicus". Πέντε-έξι άτομα βρίσκονταν γύρω από μια φωτιά κι ακουγόταν ψιθυριστά μια μεθυστική ψαλμωδία, μια μόνο φράση, που επαναλαμβανόταν ακατάπαυστα: "Tractatus Magico-Philosophicus, Tractatus Magico-Philosophicus", ξανά και ξανά. Πρέπει να ονειρευόμουν. Τα πρόσωπά τους τα 'χαν βαμμένα λευκά, ήταν κάτι ανάμεσα σε γκέισες και αρχαίους πολεμιστές. Θαρρείς και ο καθένας εκπροσωπούσε τη δικιά του φυλή, κάπνιζαν την πίπα της ειρήνης.

Γύρισαν όλοι μαζί και μου χαμογέλασαν με το χαμόγελο της Μαρίας. Σίγουρα ονειρευόμουν. Είχα χάσει τις αισθήσεις μου και ταξίδευα.

Βρισκόμουν μέσα σε μια ινδιάνικη σκηνή. Σε ρόλο αρχηγού γύρω απ' τη φωτιά, κάποιος με μακριά καστανά μαλλιά, κρατούσε το βιβλίο που διάβαζε η Μαρία. Ηταν συγγραφέας, έτσι είπαν. "Αν σκέφτεσαι μόνο, δεν υπάρχεις", μου είπε ο παράξενος συγγραφέας κι αμέσως συμπλήρωσε: "Σκέφτομαι και αισθάνομαι, άρα υπάρχω". Με πλησίασε και μου έδωσε την πίπα της ειρήνης. Εκλεισα τα μάτια και τράβηξα μια γερή ρουφηξιά, έφτασε ο καπνός στις πατούσες μου. Ζαλίστηκα, χάθηκα στο σκοτάδι, κι επέστρεψα απ' τον κόσμο της φαντασίας πίσω στον κόσμο της πραγματικότητας.

Ανοίγοντας τα μάτια, βρέθηκα μέσα σ' ασθενοφόρο, η σειρήνα του ούρλιαζε. Επιασα το κεφάλι μου, ήταν ματωμένο, ο σφυγμός στα αυτιά μου ταμπούρλο. Εκανα να βρω τη σημαία, μα τίποτα. Οταν λίγη ώρα αργότερα ο γιατρός μπάλωσε με βελόνα και κλωστή το κεφάλι μου και βγήκα στον διάδρομο του νοσοκομείου, είδα μαζεμένα μερικά παιδιά απ' την πλατεία. Χάρηκα, τους πλησίασα, και? ήταν κι εκείνη μαζί. Το κορίτσι με τα λίγο αραιά δόντια μου χαμογέλασε. Κάτασπρη, ταλαιπωρημένη, χτυπημένη. Στο κεφάλι είχε και αυτή μια γάζα. "Παράσημο απ' τους προστάτες των πολιτών", είπαν τα παιδιά. Χάιδεψε το πληγωμένο μου κεφάλι και κάτι σαν ηλεκτρισμός διαπέρασε όλο μου το κορμί. Ζαλισμένος απ' τα χημικά και το δυνατό χτύπημα, χάθηκα βαθιά μες στα μάτια της κι εκεί είδα ένα καταπράσινο νησί και δέντρα και φωτιά στην ακροθαλασσιά, εγώ κι εκείνη.

Μια εικόνα που ζωντάνεψε τέλη καλοκαιριού. Εκείνο το καλοκαίρι που άλλαξαν όλα, που γνώρισα τη Μαρία, και αποφασίσαμε να φύγουμε απ' την τσιμεντούπολη για την όμορφη Ανάβρα, ψηλά στα βουνά. Οσο μακρύτερα γινόταν απ' τους κανόνες εκείνων που όριζαν μέχρι χθες τη μοίρα μας. Ο δρόμος τους ήταν απάνθρωπος, δεν ήταν για μας. Αργήσαμε πολύ να το καταλάβουμε, να ακολουθήσουμε το ένστικτό μας.

"Σαν ντόμινο απλώνονται οι ρωγμές, αν θέλουν οι ψυχές των ανθρώπων, και το τσιμέντο σβήνει κάτω απ' το πράσινο και οι εξουσίες πέφτουν", είχε πει η Μαρία και από ό,τι φάνηκε, τελικά είχε δίκιο.

Δημοσιεύτηκε στο Έθνος 23/8/2011