Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DNA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DNA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 01, 2017

Πώς μου προέκυψε το "Μαύρο Φυλαχτό"



Μαθαίνοντας ότι κατάγομαι από ένα ορφανό που έχασε τους γονείς του στη σφαγή των Σουλιωτών στο Ζάλογγο, ήταν αναπόφευκτο κάποια στιγμή να γράψω ένα μυθιστόρημα για το Σούλι. Είναι που ο Καζαντζάκης έγραψε τον Καπετάν Μιχάλη του και είπε λόγια με βάθος στην Αναφορά στον Γκρέκο. Είναι που, αν δε σκάψεις μέσα σου, αν δε βρεις τις ρίζες, ποτέ δε θα μάθεις ποιος στ’ αλήθεια είσαι. Ως άνθρωπος. Και ως γένος. Κι αν δεν ξέρεις ποιος στ’ αλήθεια είσαι, χάνεσαι στη δίνη της εποχής. Όπως και η χώρα.
Όμως το Μαύρο φυλαχτό δεν είναι ιστορικό εγχειρίδιο, ούτε αυτοβιογραφικό κείμενο. Είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Και μόλις διάβασα στο διδακτορικό της Β. Ψιμούλη για τους Σουλιώτες πως όταν κάποιος σκότωνε γυναίκα στο Σούλι, όφειλες για εκδίκηση να σκοτώσεις τέσσερις άντρες από τη φάρα του φονιά, συγκλονίστηκα.
Η συνειδητοποίηση ότι η γυναίκα ήταν κάτι ιερό για τους Σουλιώτες με συντάραξε. Δεν ήταν μόνο το Ζάλογγο και τα πελώρια αγάλματα στην κορυφή του βουνού που από μικρός θαύμαζα. Όταν μερικές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά, στα Γιάννενα, τα χαρέμια ήταν γεμάτα σκλαβωμένες χανούμισσες, οι γυναίκες στο Σούλι θεωρούνταν πολύ σημαντικές. Συχνά εκπροσωπούσαν τις φάρες όταν είχαν διαφορές και η ξακουστή Τζαβέλαινα με τις υπόλοιπες γυναίκες του Σουλίου πρωτοστάτησαν στη νίκη των Σουλιωτών τη δεύτερη φορά που τους επιτέθηκε ο Αλή πασάς. Θα έγραφα, λοιπόν, για τις γυναίκες που έγραψαν Ιστορία.
Κι επειδή το κουσούρι της αστυνομικής πλοκής το είχα από τα πρώτα μου μυθιστορήματα –επηρεασμένος όμως πολύ περισσότερο από τον Σοφοκλή και τον Σαίξπηρ απ’ ό,τι από τον αστυνόμο Μπέκα– αμέσως κατάλαβα ότι η ιδιαιτερότητα της σουλιώτικης βεντέτας θα μου έδινε πλούσια πλοκή. Θα έγραφα λοιπόν ένα ιστορικό μυθιστόρημα με αφηγηματικό κορμό θρίλερ μυστηρίου. Ακολουθώντας τον δρόμο του Ουμπέρτο Έκο και του Πάτρικ Ζίσκιντ.
Στην έρευνα που ακολούθησε, έμαθα επίσης ότι εκείνος που έγραψε το βιβλίο από το οποίο αντλούμε τις περισσότερες πληροφορίες για τους Σουλιώτες ήταν ο Χριστόφορος Περραιβός. Ο τελευταίος Έλληνας που είδε ζωντανό τον Ρήγα Φεραίο. Και κάπως έτσι το παζλ έδεσε ολότελα. Οι ιδέες του Ρήγα και οι Σουλιώτες ήταν κοντά· από εκείνους σκόπευε να ξεκινήσει την επανάσταση του γένους.
Βενετοκρατούμενα Επτάνησα και Πάργα και Πρέβεζα, οι Γάλλοι επαναστάτες φτάνουν με νέες ιδέες και ιδανικά, ενώ λίγο πιο κει τα Γιάννενα των Οθωμανών και το ελεύθερο Σούλι. Όχι, δεν ήταν απλώς ο πόλεμος ενός πασά με κάποιους ληστές. Ήταν μια κοσμογονία.
Ο Βοναπάρτης βάζει φωτιά στα φουστάνια των γαλαζοαίματων της Ευρώπης, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης εφαρμόζονται στην Κέρκυρα, κι εγώ θα έγραφα την ιστορία του Μάρκου. Θα έγραφα για εκείνον, τον αθώο άνθρωπο σε φοβερές εποχές, που η ευστροφία και η μουσική τον γλιτώνουν από τα δεινά, αλλά ως πότε. Που του παίρνει τα μυαλά ο έρωτας για μια όμορφη Κερκυραία και το χρέος της δολοφονημένης αδερφής τον κατατρέχει. Και τότε ξεσπά ο τελευταίος πόλεμος με τον Αλή πασά.
Δέκα χρόνια από τη ζωή του Μάρκου, ντελικάτου εραστή και μουσικάντη. Κάλπικος Σουλιώτης σε ηρωικές εποχές. Τότε που ιδρύθηκε και το πρώτο ελληνικό κρατίδιο έπειτα από αιώνες, η περίφημη Επτάνησος Πολιτεία. Όπου ο Καποδίστριας πρωτοστατεί. Και οργανώνει το πρώτο μεγάλο αντάμωμα των οπλαρχηγών από όλη την Ελλάδα για να προστατέψουν τη Λευκάδα από τον Αλή πασά. Κι ήταν όλο αυτό για μένα ένα όμορφο ταξίδι. Εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Πίσω στον χρόνο. Μέσα μας.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Κυριακή, Μαΐου 19, 2013

Με αφορμή το μουστάκι του Αγάθωνα


Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, έχε το νου σου μην μπερδέψεις τον Μπουμπούκο με τον Καστοριάδη.
Και εξηγούμαι. Διάβασα αυτό το κείμενο κι ο Διόνυσος με κάλεσε να πω τη γνώμη μου.

Από τότε που κατάλαβα ότι ο Τάτλιν κατέληξε design, και ο φασισμός ήταν το πιο ισχυρό ιδεολογικό κίνημα του μοντερνισμού, προτιμώ να σερφάρω πάνω σε μουστάκια σαν εκείνο του Αγάθωνα. Όχι με σοβαροφάνεια και υποκλίσεις στο αρχαιοελληνικό μεγαλείο. Αλλά συνείδηση της ιστορίας, της θέσης μας, με το χαμόγελο που οι νησιώτες πρόσφεραν τις κόρες τους στους πειρατές, γιατί πάντα θα περνούσαν από τα μέρη τους οι πειρατές. Δηλαδή με cabaret νότες, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης… Και Ska (με τύπους από μακριά έχουμε κοινά) και Balkan (ο μαύρος γάτος έχει μπλέξει το κουβάρι). Το χάρηκα το πελώριο μουστάκι  κάλεσμα στα σκεπτόμενα νιάτα, μια σύμπραξη με ένα γκρουπ που έχει παίξει στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ και ξέρει καλά ότι ο Μέγαλεκος ήταν Μέγας πότης.
Κι όσο για την κουλτούρα τού «δήθεν διεθνισμού», που ρίχνει τα πολιτιστικά σύνορα μόνο και μόνο για να επιβάλει χρηματοδοτούμενες κουλτούρες που αποσκοπούν και σε πολιτικά οφέλη (είναι τυχαίο που στο Χόλιγουντ η CΙΑ ονομάζεται κοροϊδευτικά υπουργείο πολιτισμού;), είναι βαρετή και ξεπερασμένη. Για μένα.
Από τη Μαντόνα προτιμώ τους Gogol Bordello, πειράζει; Εκεί να δεις κάτι μουστάκες. Που αναζητούν με το φανάρι μύτες που απέδρασαν…

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2013

Μια εξομολόγηση στον Πέτρο Μάρκαρη


Έπινα ρακί, εκείνος ουίσκι.  Τον πλησίασα κάπως δειλά και του είπα «ωραία η ομιλία σας για τον Κατσουρίδη».  
«Ευχαριστώ», αποκρίθηκε και ρούφηξε μια βαθιά ρουφηξιά απ’ την πίπα του.
«Ξέρετε», συνέχισα, «ξεκίνησα να σας διαβάζω αργά, ο  Βασικός Μέτοχος ήταν το πρώτο βιβλίο σας που διάβασα. Από μικρός δεν τα πήγαινα καλά με τα αστυνομικά».
«Καταλαβαίνω…» είπε αλλά δεν καταλάβαινε. Νόμισε πως ήμουν άλλος ένας που σνόμπαρε τις ιστορίες με μπάτσους.
«Ξέρετε», ψέλλισα, «από παιδάκι με κορόιδευαν αστυνόμο…» Γύρισε και με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Με λένε Μπέκα», είπα. Αστυνόμο Μπέκα μουρμούρισα στη σκέψη μου κι εκείνος γέλασε, λες και την είχε διαβάσει.

Έχω μάθει, πλέον, να ζω με αυτό, με τα αστυνομικά μυθιστορήματα κήρυξα ειρήνη. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια το διασκεδάζω. Και ετοιμάζω καρτερικά την εκδίκησή μου.


ΥΓ. Ο Πέτρος Μάρκαρης μιλάει την Δευτέρα 25/2, 8:30 μμ  για τον θεατρικό λόγο από την σιωπή του Μεσαίωνα στον διάλογο της Αναγέννησης. (Βιβλιοπωλείο art bar Ποιήματα & Εγκλήματα). 


Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

Jack Kerouac (12/3/1922 – 21/10/1969)



40 χρόνια κλείνουμε σήμερα από το θάνατο εκείνου που άνοιξε... Το Δρόμο.

Ας θυμηθούμε λοιπόν τα λόγια του:

«Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 μια γενιά φωτισμένων χιπστερς, ξεπροβάλουν ξαφνικά κι αλωνίζουν πάνω-κάτω την Αμερική, γεμάτοι σοβαρότητα και περιέργεια, αλητεύοντας και κάνοντας ωτοστόπ... ένα όραμα φτιαγμένο από τον απόηχο της λέξης μπητ, μας λέξης που σημαίνει τσακισμένος, βαρεμένος, γεμάτος από μια έντονη πεποίθηση»

Κι ας υποκλιθούμε παρέα με την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου:

«Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές - ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης. Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μες στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μες στην ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει...»

Vita Mi Barouak

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2009

Και στη γιαγιά Λέξω


Στεκόταν μπροστά στην τηλεόραση για ώρες. Μαύρα ρούχα, μαντήλι, πλεξούδες στα μαλλιά. Εκείνη που ανεβοκατέβαινε χωρίς ανάσα απ’ τα βουνά του Σουλίου στον κάμπο του ποταμού Αχέροντα, τώρα βρίσκονταν ανήμπορη στο κρεβάτι, περιμένοντας να δει τον εγγονό στο γυαλί. Τον εγγονό που δούλευε στην TV. Εκείνον που χε το όνομα του άντρα της, τον οποίο έχασε τη δεύτερη φορά που τον έστειλαν εξορία.
Εκείνος, όμως, δεν έλεγε να φανεί. Πως μπορούσε να φανταστεί η γιαγιά, ότι τα τηλεοπτικά κανάλια είναι εργοστάσια νέου τύπου. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι αφανείς, έχουν λογαριασμούς που τρέχουν, φόβο ανεργίας κι ενοχές.
Μεταμοντέρνο Προλεταριάτο...

Λίγους μήνες αργότερα ήταν να παντρευτεί ένα άλλο της αγγόνι. Μια βραδιά πριν απ το χορό του Ησαία, η γιαγιά πήρε μια σημαντική απόφαση. Πολύ σημαντική απόφαση. Αποφάσισε να πάει να βρει τον άντρα της στον άλλο κόσμο.

Η οικογένεια σοκαρίστηκε. Τα χαμόγελα ξεκρεμάστηκαν. Ξημέρωνε γάμος.

Θυμάμαι που πήγα και την είδα στο νεκροτομείο. Έκανε ψύχρα. Φίλησα το παγωμένο της μέτωπο και την κλείσαμε στο ψυγείο. Είχε προτεραιότητα η ζωή...
Στο "γλέντι" δεν χόρεψε κανείς. Το ψητό που βάζαμε στο στόμα μας ήταν θαρρείς παγωμένο απ’ το ίδιο ψυγείο.

Την επομένη του γάμου, έγινε η κηδεία. Οι ίδιοι άνθρωποι που την προηγούμενη πετούσαν ρύζι, σε λίγο θα πέταγαν χώμα για το στερνό «γεια». Όταν έσκυψα μες στην εκκλησία και της φίλησα το μέτωπο, της ψιθύρισα δακρυσμένος: «Το βιβλίο που θα βγάλω, αφιερωμένο»

Κι έτσι κάπως
Για τελείως διαφορετικούς λόγους
Δυο γενιές
Στάθηκαν μαζί στο ίδιο βάθρο
Και σχηματίστηκε ένα μεταμοντέρνο πλεξιγκλάς.

Στη γενιά των 700 €
Και στη γιαγιά Λέξω


Vita Mi Barouak

Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2009

Η πρώτη σελίδα "Του 13ου Υπογείου"


«Ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα υπάρχει μόνο μία ασήμαντη φυσική λειτουργία: το ανοιγoκλείσιμο των βλεφάρων.
Με την ονειροπόληση ούτε αυτό είναι αναγκαίο»


JAN SVANKMAJER


Μείον Ένα



Πρώτα, φόρεσε το καλτσόν του. Δυσκολεύτηκε λίγο γιατί σκάλωνε στις τρίχες των ποδιών του (κακή συνήθεια να μην κάνεις χαλάουα). Έπειτα φόρεσε την πιο σέξι φούστα της κοπελιάς του, ξυρίστηκε, βάφτηκε, μονάχα περούκα δεν φόρεσε. Και κάπως έτσι βγήκε απ’ το σπίτι, μπήκε στο σαραβαλάκι του και κατευθύνθηκε στη δουλειά του.
Τον έλεγαν Πέτρο. Το σχέδιο είχε μπει στη δυσκολότερη φάση του. Όλα θα κρίνονταν σε λίγα λεπτά.
Ίσως έφταιγε το master του στις οικονομικές επιστήμες, που κρεμόταν αραχνιασμένο πάνω απ’ τον κουμπαρά γουρουνάκι. Ίσως το γεγονός ότι εκείνος που κάποτε έπαιρνε μόνο «Μπράβο Πέτρο!» στα θρανία, τώρα πλέον γευόταν τη μούντζα της αληθινής ζωής.
Πάρκαρε το σαραβαλάκι του στο πρώτο πεζοδρόμιο που βρήκε φιλόξενο. Το είχε αγοράσει με δόσεις προ μηνός από μια μάντρα. Αμέσως μετά διαολόστειλε κάποιον περαστικό που του σφύριξε κοροϊδευτικά, φασκέλωσε κάποιον άλλο που τον ρώτησε: «Πόσα παίρνεις μωρό μου;» κι έπειτα έσπρωξε τη γυάλινη πόρτα του κτιρίου που στεγαζόταν η εταιρία που δούλευε. Η εταιρία επιχειρηματικών συμβούλων «By pass». Oι καλύτερες οικονομικές εγχειρήσεις της πόλης.
«Η κυρία; Εεεεε ο κύριος; Εεεεε κύριε Πέτρο εσείς;», ρώτησε έντρομος ο θυρωρός.
Ο Πέτρος του έστειλε ένα πεταχτό φιλί και μπήκε βιαστικά στο ασανσέρ. Ο πρώτος που συνάντησε βγαίνοντας στον έκτο ήταν η Τζένη. Προ μηνός είχε αποπειραθεί να την ρίξει στο κρεβάτι του, αλλά η Τζένη (λες και ήξερε τα μελλούμενα) τον είχε φιλοδωρήσει με χυλόπιτα.
Αντικρίζοντάς τον, σοκαρίστηκε και κατάπιε την τσίχλα που μασούσε. «Μα πώς είναι δυνατό;», σκέφτηκε. Ο ανδροπρεπής, γεροδεμένος, Πέτρος ήταν ντυμένος σαν επίδοξο τρανσέξουαλ. Μα γιατί; Τι μπορεί ν’ άλλαξε απ’ τον περασμένο μήνα;
Ο Πέτρος την πλησίασε ατάραχος. Έριξε τη ματιά του στις ψηλοτάκουνες γόβες της, κι έπειτα πάλι στα δικά του τακούνια που είχε δανειστεί από το κορίτσι του.
«Πού τα πήρες καλέ Τζενούλα; Μήπως τα ‘χει σε χρυσαφί να πάρω κι εγώ;», της είπε κι έκανε την Τζένη να αναρωτηθεί, μήπως ο τύπος που τα έπινε χτες βράδυ σε κάποιο μπαρ, της είχε ρίξει ναρκωτικά στο ποτό κι ό,τι ζούσε ήταν παραίσθηση.
Έφτυσε την εικόνα του ερμαφρόδιτου Πέτρου μακριά της, ταξίδεψε με τη φαντασία της στα χωράφια του ορθολογισμού κι αναρωτήθηκε γι’ άλλη μια φορά. Μα γιατί; ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ο Πέτρος;
Μα γιατί όλα ήταν ένα σχέδιο.
Ο Πέτρος προχώρησε στο διάδρομο χαιρετώντας τους φρικαρισμένους συναδέλφους του σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Έπειτα ακούμπησε τη ροζ τσάντα του στο γραφείο του και κάθισε στην καρέκλα όπως συνήθιζε εδώ και τρία χρόνια. Έβγαλε σλιμ τσιγάρο, άναψε και περίμενε να τον καλέσει ο μεγάλος με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φορτωμένο με κραγιόν.

...........................................
...................................

ΥΓ. Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2009

TO 13o ΥΠΟΓΕΙΟ

Το εμπορικό κέντρο New Bios απλώνεται σαν κισσός μες στην πρωτεύουσα και κατασπαράσσει καθημερινώς νέα τετράγωνα του πολεοδομικού ιστού. Θαρρείς και πρόκειται για μια ολόκληρη εμπορική πόλη που απέδρασε απ’ το μέλλον.
Οι εργαζόμενοι στο εμπορικό κέντρο New Bios δίνουν λόγο μόνο στα εταιρικά δικαστήρια και υπακούουν μόνο στο καταστατικό λειτουργίας της εταιρίας.

Στα θεμέλια του New Bios κρύβεται ένας άλλος κόσμος.
Κάτω από τη λουστραρισμένη επιφάνεια υπάρχει η διεστραμμένη εκδοχή της που στηρίζει το μεγαλείο του Πάνω Κόσμου.
Οι εργαζόμενοι που υποκύπτουν σε αλλεπάλληλα παραπτώματα, καταδικάζονται και πέφτουν όλο και πιο βαθιά, σε υπόγεια όπου η ακραία εκμετάλλευση βασιλεύει.

Η Αργυρένια έχει εξαναγκαστεί να εργάζεται στο Club 13 Σόδομα. Σε ένα από τα αδαμαντωρυχεία της εταιρίας. Οι φήμες μιλούν για κραιπάλες με ποτά και ναρκωτικά και ιστορίες τύπου Κάμα Σούτρα. Έπη για άσωτη ζωή που δεν είναι ανοιχτή στον καθένα. Ο παράδεισος του ασώτου αφορά μονάχα τα φουσκωμένα πορτοφόλια.
Ο Πέτρος τυφλωμένος από το ερωτικό πάθος για εκείνη, εγκαταλείπει τις ρεαλιστικές γειτονιές της μητρόπολης, εισβάλει στο μετα-ρεαλιστικό κόσμο του New Bios και καταδύεται στο σουρεαλιστικό Κάτω Κόσμο.


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 01, 2008

Φίλοι κολλητοί ή εραστές

Σε παίρνω στο κινητό, αλλά λεει συνέχεια «ότι δεν είσαι διαθέσιμη»
Θέλω να σου μιλήσω, να σου μιλήσω!
Θυμάσαι που σου είπα λίγες ώρες αφότου σε γνώρισα, ότι αν μέναμε στην ίδια πόλη θα θελα να ‘μασταν φίλοι κολλητοί ή εραστές.
Κι εσύ μου πες, ότι... ότιιιιι...
Λοιπόν, παρόλα αυτά νομίζω πως σε αισθάνομαι φίλη μου.
Γι αυτό σε έπαιρνα τηλέφωνο, για να σου πω ότι περνάω λούκι.
Προσπαθώντας να κάνω όλα αυτά που ονειρεύομαι πράξη, χάνω την ουσία.
Αντί να τα ΖΩ, απλά τα κυνηγώ, τρέχω, βιάζω τη ψυχή μου.
Αυτό που θέλω όμως είναι να τα γεύομαι, να τα βιώνω, να τα απολαμβάνω...
Όπως γεύτηκα εσένα εκείνο το βράδυ που μύριζες έρωτα.
Για μια στιγμή έχασα την αίσθηση για το που σταματούσε το είναι μου και που ξεκινούσε το δικό σου.
Την επόμενη μέρα είδα ξανά και ξανά, το Ζούσε τη ζωή της του Γκοντάρ και σε σκεφτόμουν.
Ο ποιητής έγραψε ότι «μόνο για αγάπη, θα γύριζα πίσω», αλλά εγώ που στήνω συνέχεια παραμύθια με ερωτική πλοκή, στη ζωή με διαφεντεύει το τετραγωνισμένο μου κεφάλι.
Οι λογικοί ειρμοί, τα πρέπει, οι κανόνες.
Γράφω για όργια που στήνουν ερωτευμένοι επαναστάτες πάνω στο ουράνιο τόξο, αλλά στη ζωή τσιμπάω τα σκουλήκια στο χώμα, μαζί με τις φίλες μου, κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού μου το λειρί του κόκορα που παραφυλάει.
Σκατά!
Μια σταλιά αν έμοιαζα στους πρωταγωνιστές των ιστοριών μου, θα έπρεπε αντί αυτή τη στιγμή να γράφω μαλακίες, να σε περιμένω έξω απ τη δουλειά σου, για να σε δω, να σε καληνυχτίσω, να γευτώ το κοραλλένιο χαμόγελό σου.
Κι αν δεν ήθελες, δεν θα με πείραζε, θα περίμενα και το επόμενο βράδυ.
Και το επόμενο.
Όσο χρειαστεί.
Αλήθεια δεν θα με πείραζε.
Κι ας ήξερα πως προτιμούσες να σε περιμένει κάποιος άλλος....

Vita Mi Barouak

Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006

Όπου γη, πατρίς!!



"Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος σε χορό της γης,
όπως η Ηρωδιάδα την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα θα χουν στρωθεί τα χνάρια μου.
...Παραμερίστε. Δεν θα μου φράξετε το δρόμο!"
Β.Β.Μαγιακόφσκι


Σε αισθάνομαι να τρέχεις πάνω στο άσπρο άλογο, ελεύθερος, με το γιαταγάνι στο χέρι και να ρουφάς τον άνεμο, παππού!
Ήρωας της επανάστασης είπαν, σε μνημονεύουν και στην έξοδο του Μεσολογγίου!
Με χει στοιχειώσει αυτή η ελευθερία σου, παππού! Η τάση του αίματος μου να παίρνει τα βουνά, να πηδά βράχια, να ρισκάρει, να ορμά, να μην ακούει αφέντη, να αγναντεύει την πλάση από μακριά και να οραματίζεται την απόλυτη ελευθερία!

Γιαγιά, μέσα μου έχω την κραυγή που έβγαλες όταν πήδησες απ το μεγάλο βράχο αγκαλιά με το παιδί σου, για να μην πέσεις στα χέρια του εχθρού. Ποτέ στα χέρια του εχθρού, γιαγιά, ποτέ! Πόλεμος μέχρις εσχάτων!!

Κι εσύ ο άλλος που ανατινάχτηκες στον αέρα μέσα στον Οίκο του Θεού παρέα με όλο το γυναικομάνι;…. Μέσα στο αίμα μου είσαι και συ!!

Καταραμένος Ιλλυριός, Σουλιώτης…
…μετανάστης μιας άλλης εποχής, πολεμιστής, επαναστάτης,
ελεύθερος, ελεύθερος, ελεύθερος!!!

ΥΓ. Αφιερωμένο σε όλους τους μετανάστες!!! Κι εμείς όταν ήρθαμε σ αυτά τα μέρη άλλη γλώσσα μιλούσαμε…

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 08, 2006

Ο ΜΠΑΡΟΥΑΚ



Το σκοτάδι έχει πέσει η λάμψη της εξέγερσης έχει ανάψει, ο Μπάρουακ σηκώνεται με τα κόκκινα μαλλιά του να ανεμίζουν από το θυμό των ανθρώπων, ξεσκονίζοντας από επάνω του τις στάχτες της «καλοσυνάτης» εμπορικής διαφήμισης.

Μπάρουακ :«Δεν μ’ αρέσει ο κόσμος, οι άνθρωποι γεννήθηκαν ελεύθεροι θέλω το χώρο μου, πνίγομαι!»
Αλκοολικές στάλες επίθεσης στην τηλεόραση απέναντι.
Ο θαμώνας του καφενείου : «Πνίγηκες;»
Μπάρουακ :«Ξεστομίζω το ξεπέρασμα της, κοίτα τις στάλες πως παραμορφώνουν το γυαλί»
Θαμώνας : «Είδα τον τοκετό της και ξαφνιάστηκα, πόσο άσχημη...»

Η ρευστή καθημερινή ζωή έγινε ρευστό στις τσέπες της φόρμας και του περιεχομένου. Ιερά εξέταση μπροστά στο άγιο ξύλο και σταυρό, την ώρα που οι καλλιτέχνες «δημιουργούν» προϊόντα προς κατανάλωση. Επιμελητές , γκαλερίστες , έκδοτες, διανομείς, κράχτες μια άλλης εποχής , οι γελωτοποιοί του βασιλιά.

Μπάρουακ: «Δούλευες;»
Θαμώνας : «Απεργώ...»

Η ζωή είναι τέχνη , δώστε στην τέχνη το φιλί της σύγχρονης ζωής. Τα μόνα που διασπούνται είναι τα άτομα. Η τέχνη είναι μια και αδιαίρετη. Ήρθε η ώρα να ξαναβρούμε την αρχαϊκή της μαγεία, τη λαϊκή της ζωντάνια.

Θαμώνας: «Τι γράφεις;»
Μπάρουακ: «Ένα γράμμα».

Την στιγμή που η γη γυρίζει γύρω από τον εαυτό της , μπροστά στον ήλιο που αρχίζει να φαίνεται, είναι η τέχνη στην νέα ημέρα της. Οι παραδοσιακοί ρυθμοί γίνονται ένα με τα ψηφία και τις ψηφίδες.

Θαμώνας: «Γιατί τσαλακώνεις το γράμμα;»
Μπάρουακ: « Το τσαλακώνω και το πετώ στο πεζοδρόμιο. Από εδώ και πέρα θέλω να το αναγνώσει ο τυχαίος περαστικός ο σκαφτιάς , ο μετανάστης, ο δημόσιος υπάλληλος, η πόρνη που κάνει πιάτσα στο παραδίπλα φανάρι."

Ο πειραματισμός δικαίωμα των πολλών, κάθε σπίτι και εργαστήρι , κάθε εργαστήρι και σπίτι της νέας ψηφιακής αντίληψης, του νέου καθαρού λόγου. Δράση και παρατήρηση , επίθεση σε όσους έχουν καβαλήσει το άλογο μέλλον μας , σκοτώνοντας μας τους έρωτες, τα χρώματα, τα σφυριά και τα δρεπάνια για να γεμίσουν τις κοιλίες τους με μαύρο γάλα από τη γη των Μουσουλμάνων.

Θαμώνας: «Το γράμμα σου μια λεπτομέρεια από το έργο της ζωής... »
Μπάρουακ: «Δεν είμαστε μια λεπτομέρεια ενός έργου , ούτε το έργο, είμαστε ηλιαχτίδες στο σπασμένο τζαμί της δημιουργίας!"

Al-Barouak + Vita Mi Barouak

ΥΓ. Ένα πειραμάτικο κείμενο...