Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα βιβλία μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα βιβλία μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Μαΐου 13, 2017

Το "Μαύρο φυλαχτό" αυτοπαρουσιάζεται...

 Aν σας βγάλει ο δρόμος, περάστε μια βόλτα το Σάββατο στις 8 μμ από το Έναστρον βιβλιοκαφέ (Σόλωνος 101) να μιλήσουμε για το νέο μου βιβλίο. Ερωτήσεις, σχόλια και κουβεντούλα πάνω στη μαγική διεργασία της δημιουργίας είναι ευπρόσδεκτα.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2017

Κριτικές για το "Μαύρο φυλαχτό"

Σούλι











Πατώντας στο όνομα του κάθε κριτικού μπορείτε να ταξιδέψετε και στην κριτική που έχει γράψει:

Καλλιόπη Κριτικού στην Ηuffingtonpost

Τέσυ Μπάιλα στο Culturenow.gr

Γιώτα Παπαδημακοπούλου στο culture21century.gr

Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη στο bookia.gr

Φίλιππος Φιλίππου στο fractal.gr

Γιάννης Παπαγιάννης στο fractal.gr

Κώστας Τραχανάς στο books.matia.gr

Δάνης Κουμασίδης στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής

Τζούλια Γκανάσου στο Βακχικόν

Διώνη Δημητριάδου στο Booktour

Βιβή Γεωργαντοπούλου στη Λέσχη Ανάγνωσης του "Degas"




Και μερικές συνεντεύξεις:

Στον M. Hulot (Lifo) 

Στον Δημήτρη Μαστρογιαννίτη (Athens Voice)

Στον Κώστα Στοφόρο (Δρόμος)

Στον Πιερή Παναγή (Ο φιλελεύθερος Κύπρου)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017

Η αρχή από το "Μαύρο Φυλαχτό"

Βαγγέλης Μπέκας

Ταξιδεύοντας για την πολιτεία των Κορφών*

 καλοκαίρι, 1797


Εδώ, στο βράχο που στέκομαι, στην άκρη του γκρεμού, την πάτησε κάτω ο άντρας της με το γόνατο στο λαιμό, σαν να ’ταν προβατίνα για σφάξιμο και γύρω όλο το χωριό να κοιτάει.
Κι αυτή, γυναίκα όμορφη, ψηλή και κορδωμένη   −πρωτοξαδέρφη την είχα απ’ την μεριά του πατέρα− σερνόταν τρομαγμένη πια στην κόψη του γκρεμού. Μάταια προσπαθούσε να του ξεφύγει. Ανήμπορη και βουβή κάτω στο χώμα, τον κοίταγε και εκλιπαρούσε με κλαμένα μάτια. Το βλέμμα της χαμένο στη σκόνη που σήκωναν τα τσαρούχια του άντρα της. Τσαρούχια δίχως φούντα. Οι φούντες είναι για τις γιορτές και τις εκκλησιές του κάμπου, δεν χωρούν σε σφαγές στα κατσάβραχα του Σουλίου.
 «Δεν κρένεις τώρα, ωρή, κατάπιες τη γλώσσα σου;» αντήχησε στα βράχια η βραχνή φωνή του και την άρπαξε απ’ τα μαύρα της μαλλιά, που άστραφταν στον ήλιο. «Όταν έχωσες τον διάολο κάτω απ’ την ποδιά σου, έμεινες μουγκή; Κρίνε τώρα ό,τι έχεις μέσα σου, μίλα πριν σε πάρει το ποτάμι…»
Ακόμα η αγριοφωνάρα του τρυπώνει στον ύπνο μου και με ξυπνά. Γιατί τότε κιότεψα, δεν μίλησα. Έτρεμα σαν αμούστακο προσπαθώντας να βαστάξω τη θεια να μη σωριαστεί. Λύγισε η έρμη, μαυροφορέθηκε κι έκλαιγε για τη μικρή της κόρη.
Στέκαμε όλοι άπραγοι σε σχήμα μισοφέγγαρου και κοιτούσαμε το χαλασμό. Φουστανελάδες με βλέμμα υγρό και τις σπάθες κρεμασμένες στο πλάι, γυναίκες με λευκά τσεμπέρια στα μαλλιά και μωρά παιδιά που έσκουζαν τρομαγμένα στην ποδιά της μάνας. Κι οι μαυροφορεμένες γριές με τους ρόζους στα χέρια, σταυροκοπιούνταν μπρος στα κυπαρίσσια.
Όλοι άπραγοι. Αδερφό δεν είχε. Κι εγώ, ο πρωτοξάδερφος, δεν έβγαλα μιλιά.
Μου ’ρθε, θυμάμαι, η μυρωδιά ρόδου που ’βαζε στα μαλλιά της, κι ύστερα η μύτη της άνοιξε κι έτρεχε, το αίμα της λέκιασε το χώμα. Το μύρισα, ο νους μου θόλωσε. Πήρα βαθιά ανάσα να ’ρθω στα συγκαλά μου και πισωπάτησα αντί να κάνω μπρος να του φωνάξω: «Όπα, ως εδώ!»
Ο άντρας της σκούπισε με τα χοντρά του δάχτυλα τον ιδρώτα απ’ το κούτελό του, σήκωσε το βλέμμα και μας κοίταξε. Η ματιά του ήταν κόκκινη. Μεσημέρι μες στο κατακαλόκαιρο κι ήταν μούσκεμα απ’ το λιοπύρι, μα μου φάνηκε δακρυσμένος.
Έλυσε γύρω απ’ τη μέση του το σακί. Την πάτησε στο στήθος. Την έκανε ένα με τη γη και με δυο τρεις σβέλτες κινήσεις την έχωσε μέσα. Εκείνη ακόμα δεν έβγαζε μιλιά, μονάχα έσκουζε. Σαν να ’τανε μουγκή του μιλούσε με τα μάτια, για να την λυπηθεί.
Το χέρι του όμως ήταν σταθερό, λες κι έχωνε τον Αλή πασά στο σακί. Την έραψε μέσα. Βελονιά τη βελονιά. Κι εκείνη η καψερή μονάχα τότε ξέσπασε:
«Συγχώρα με, Λάμπρο μ’… συγχώρα με, τη δόλια».
Ο Λαμπρο-Βέλιος όμως τη σήκωσε ψηλά να τη δει όλο το χωριό μες στο σακί κλεισμένη, να κλωτσάει, να χτυπιέται, να μουρμουράει μια προσευχή. Η θεια λύγισε και γονάτισε δίπλα μου, έσκυψα κοντά της. Σκούπισα το δακρυσμένο μούτρο μου στην πουκαμίσα να μην με δουν οι χωριανοί να κλαίω σαν γυναικούλα και τον ξανακοίταξα.
Στα αλήθεια ήταν κι εκείνος δακρυσμένος. Την αγαπούσε, ο έρμος, αλλά έδωσε μια μ’ όλη του τη δύναμη και την πέταξε κάτω στο φαράγγι. Να πάρει τη μοιχαλίδα ο αφρισμένος ποταμός, να την πνίξει στη θάλασσα.
Ξαδέρφη μου ήταν. Αίμα μου. Θυμάμαι τούτα κι ακόμα με πονάει, όμως τι να ’κανα; Αυτοί ήταν οι νόμοι στα βουνά μας. Αν πήγαινα κόντρα θα μ’ έτρωγε το Σούλι κι ήμουν νέος πολύ για να φαγωθώ. Της είχα πει να βιαστεί να ακολουθήσει βράδυ εκείνον που στα κρυφά αγάπησε. Εκείνος πρόφτασε και το ’σκασε στον κάμπο. Θα ’χε σωθεί, δεν μ’ άκουσε.
«Άιντε, Μάρκο, τι έπαθες και μαρμάρωσες; Είδες άγγελο με ουρά φιδιού;» μου φώναξε ο Γιώργης που κατέβαινε σαν κατσίκι το φαράγγι στα σκοτάδια. «Βιάσου, θα μας βρει ο ήλιος!»
Άφησα πίσω τον βράχο που χάθηκε η ξαδέρφη μου, ξόρκισα τη θύμησή της, άνοιξα το βήμα και τον ακολούθησα στους γκρεμούς. Όσο κι αν το ’θελα να φύγω μακριά απ’ τους χαλασμούς, σύντομα θα ’ρχόμουνα για δεύτερη φορά σ’ ανάλογη κατάσταση. Κι ακόμα χειρότερη. Μύριες φορές πιο πάνω.

---


Απ’ τα βουνά του Σουλίου ξεκινήσαμε σαν σκοτείνιασε και θέλαμε κοντά επτά ώρες περπάτημα για να φτάσουμε στην Πάργα κι από κει ποιος ξέρει ακόμα πόσες για τους Κορφούς. Μάθαμε πως οι Φραντσέζοι του Βοναπάρτη χάλασαν τους Βενετούς, πήραν το νησί και το ’χαμε έγνοια μην μείνουμε από συμμάχους. [...]

*Η Κέρκυρα όπως τη λέγανε τότε.

ΥΓ. Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν τις πρώτες 80 σελίδες του βιβλίου στο site των εκδόσεων Ψυχογιός.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 01, 2017

Πώς μου προέκυψε το "Μαύρο Φυλαχτό"



Μαθαίνοντας ότι κατάγομαι από ένα ορφανό που έχασε τους γονείς του στη σφαγή των Σουλιωτών στο Ζάλογγο, ήταν αναπόφευκτο κάποια στιγμή να γράψω ένα μυθιστόρημα για το Σούλι. Είναι που ο Καζαντζάκης έγραψε τον Καπετάν Μιχάλη του και είπε λόγια με βάθος στην Αναφορά στον Γκρέκο. Είναι που, αν δε σκάψεις μέσα σου, αν δε βρεις τις ρίζες, ποτέ δε θα μάθεις ποιος στ’ αλήθεια είσαι. Ως άνθρωπος. Και ως γένος. Κι αν δεν ξέρεις ποιος στ’ αλήθεια είσαι, χάνεσαι στη δίνη της εποχής. Όπως και η χώρα.
Όμως το Μαύρο φυλαχτό δεν είναι ιστορικό εγχειρίδιο, ούτε αυτοβιογραφικό κείμενο. Είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Και μόλις διάβασα στο διδακτορικό της Β. Ψιμούλη για τους Σουλιώτες πως όταν κάποιος σκότωνε γυναίκα στο Σούλι, όφειλες για εκδίκηση να σκοτώσεις τέσσερις άντρες από τη φάρα του φονιά, συγκλονίστηκα.
Η συνειδητοποίηση ότι η γυναίκα ήταν κάτι ιερό για τους Σουλιώτες με συντάραξε. Δεν ήταν μόνο το Ζάλογγο και τα πελώρια αγάλματα στην κορυφή του βουνού που από μικρός θαύμαζα. Όταν μερικές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά, στα Γιάννενα, τα χαρέμια ήταν γεμάτα σκλαβωμένες χανούμισσες, οι γυναίκες στο Σούλι θεωρούνταν πολύ σημαντικές. Συχνά εκπροσωπούσαν τις φάρες όταν είχαν διαφορές και η ξακουστή Τζαβέλαινα με τις υπόλοιπες γυναίκες του Σουλίου πρωτοστάτησαν στη νίκη των Σουλιωτών τη δεύτερη φορά που τους επιτέθηκε ο Αλή πασάς. Θα έγραφα, λοιπόν, για τις γυναίκες που έγραψαν Ιστορία.
Κι επειδή το κουσούρι της αστυνομικής πλοκής το είχα από τα πρώτα μου μυθιστορήματα –επηρεασμένος όμως πολύ περισσότερο από τον Σοφοκλή και τον Σαίξπηρ απ’ ό,τι από τον αστυνόμο Μπέκα– αμέσως κατάλαβα ότι η ιδιαιτερότητα της σουλιώτικης βεντέτας θα μου έδινε πλούσια πλοκή. Θα έγραφα λοιπόν ένα ιστορικό μυθιστόρημα με αφηγηματικό κορμό θρίλερ μυστηρίου. Ακολουθώντας τον δρόμο του Ουμπέρτο Έκο και του Πάτρικ Ζίσκιντ.
Στην έρευνα που ακολούθησε, έμαθα επίσης ότι εκείνος που έγραψε το βιβλίο από το οποίο αντλούμε τις περισσότερες πληροφορίες για τους Σουλιώτες ήταν ο Χριστόφορος Περραιβός. Ο τελευταίος Έλληνας που είδε ζωντανό τον Ρήγα Φεραίο. Και κάπως έτσι το παζλ έδεσε ολότελα. Οι ιδέες του Ρήγα και οι Σουλιώτες ήταν κοντά· από εκείνους σκόπευε να ξεκινήσει την επανάσταση του γένους.
Βενετοκρατούμενα Επτάνησα και Πάργα και Πρέβεζα, οι Γάλλοι επαναστάτες φτάνουν με νέες ιδέες και ιδανικά, ενώ λίγο πιο κει τα Γιάννενα των Οθωμανών και το ελεύθερο Σούλι. Όχι, δεν ήταν απλώς ο πόλεμος ενός πασά με κάποιους ληστές. Ήταν μια κοσμογονία.
Ο Βοναπάρτης βάζει φωτιά στα φουστάνια των γαλαζοαίματων της Ευρώπης, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης εφαρμόζονται στην Κέρκυρα, κι εγώ θα έγραφα την ιστορία του Μάρκου. Θα έγραφα για εκείνον, τον αθώο άνθρωπο σε φοβερές εποχές, που η ευστροφία και η μουσική τον γλιτώνουν από τα δεινά, αλλά ως πότε. Που του παίρνει τα μυαλά ο έρωτας για μια όμορφη Κερκυραία και το χρέος της δολοφονημένης αδερφής τον κατατρέχει. Και τότε ξεσπά ο τελευταίος πόλεμος με τον Αλή πασά.
Δέκα χρόνια από τη ζωή του Μάρκου, ντελικάτου εραστή και μουσικάντη. Κάλπικος Σουλιώτης σε ηρωικές εποχές. Τότε που ιδρύθηκε και το πρώτο ελληνικό κρατίδιο έπειτα από αιώνες, η περίφημη Επτάνησος Πολιτεία. Όπου ο Καποδίστριας πρωτοστατεί. Και οργανώνει το πρώτο μεγάλο αντάμωμα των οπλαρχηγών από όλη την Ελλάδα για να προστατέψουν τη Λευκάδα από τον Αλή πασά. Κι ήταν όλο αυτό για μένα ένα όμορφο ταξίδι. Εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Πίσω στον χρόνο. Μέσα μας.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2017

Αρχές Φεβρουαρίου κυκλοφορεί το νέο μου βιβλίο: Μαύρο Φυλαχτό

βαγγέλης μπέκας

Είναι ιστορικό μυθιστόρημα με αφηγηματική δομή θρίλερ-μυστηρίου. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω:

1797 Η αριστοκρατία των Βενετών καταρρέει στα Επτάνησα και η δημοκρατία των Γάλλων καταφθάνει μαζί με νέες ιδέες και ιδανικά. Η Γαλλική Επανάσταση εξαπλώνεται.
Το Κριτήριο των οπλαρχηγών στέλνει τον Μάρκο κατάσκοπο του Σουλίου στην Κέρκυρα, για να μάθει αν οι Γάλλοι έρχονται σαν φίλοι ή εχθροί. Ο Αλή πασάς παραμονεύει. Όπλα του Μάρκου, οι γνώσεις που αποκόμισε στις ξακουστές σχολές των Ιωαννίνων, η ευστροφία και η μουσική. Αχίλλειος πτέρνα του, η έλλειψη θάρρους, αν και Σουλιώτης. Φιλοξενείται στο αρχοντικό του μεγαλέμπορα σιορ Μάντακα, όπου μαγεύεται απ 'την αρχόντισσα και την κόρη της, γυναίκες που αποπνέουν φραντσέζικο αέρα. Παριζιάνικα αρώματα και Σούλι: δυο κόσμοι συγκρούονται μέσα του · δυο κόσμοι όπου οι γυναίκες γράφουν Ιστορία.
Στην Κέρκυρα ο Μάρκος εμποτίζεται με τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης που εφαρμόζονται στο νησί και γίνεται φίλος με τον Περραιβό, τον τελευταίο Έλληνα που είδε ζωντανό τον Ρήγα Φεραίο. Όμως ένας φόνος τον γυρίζει πίσω. Κι όταν κάποιος χάλαγε γυναίκα στο Σούλι, όφειλες να σκοτώσεις τέσσερις άντρες από τη φάρα του φονιά για να έρθει το αίμα στα ίσα. Ο Μάρκος μυρίζει αίμα και πισωπατά.
Τότε ο Αλή πασάς ορμά στο Σούλι κι ο Μάρκος παγιδεύεται στο πλέγμα του έρωτα, της βεντέτας και της πατρίδας που κινδυνεύει από τους Οθωμανούς. Έρωτας, αδερφή, χρέος. Κόκκινο σαν αίμα. Και μες στον χαλασμό της μάχης των χριστιανών με τους μουσουλμάνους, το μαύρο φυλαχτό γίνεται ευχή και κατάρα για μια λύση.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 13, 2016

Όταν ένας συγγραφέας γίνεται μάγος

Βαγγέλης Μπέκας

Το νέο μου μυθιστόρημα είναι 430 σελίδες, δεν το λες και μια σταλιά.
Πρέπει να κάνω τα μαγικά μου για να τελειώσει η επιμέλεια στο dead line.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 28, 2016

Παρουσίαση του βραβευμένου σεναρίου «Η Χύτρα» των Κ. Κολημένου και Β. Μπέκα




Οι Εκδόσεις Σεναριογράφων Ελλάδος σας προσκαλούν στον ΙΑΝΟ στην παρουσίαση του νέου βιβλίου των Εκδόσεων της σειράς «ΟΘΟΝΗ». Πρόκειται για τα κινηματογραφικά σενάρια «Η Χύτρα» των Κώστα Κολημένου και Βαγγέλη Μπέκα (1ο βραβείο πρωτότυπου σεναρίου μεγάλου μήκους) και «Νυχτερινή Βάρδια» του Αντώνη Λιακόπουλου ( 1ο βραβείο πρωτότυπου σεναρίου μικρού μήκους) .
Αποσπάσματα της "Χύτρας" θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Νίκος Καλαμό, Κώστας Σειραδάκης και Μπήλιω Καλιακάτσου. 

Τρίτη 3 ΦΕΒ 6.00 μμ Ιανός (Αθήνα)

Λίγα λόγια για τη «Χύτρα»

O Νίκος απομονώνεται σ’ ένα εγκαταλελειμμένο χωριό ψηλά στα βουνά για να μελετήσει το ρόλο του στη «Γυναίκα της Ζάκυθος». Ο Βασιλιάς κρύβεται στο δάσος, τρομοκρατημένος μην τον κλείσουν και πάλι σε ψυχιατρείο. Κι ο Μάκης που μοιράζεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες του περιθωρίου κι έχει θησαυρίσει απ’ τη μαστροπεία, ανησυχεί για την κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών. Πόλη και φύση, παρόν και παρελθόν σε σύγκρουση. Νίκος, Βασιλιάς και Μάκης εγκλωβισμένοι απ’ τα πάθη της ζωής στη δική τους «χύτρα», αναπόφευκτα θα έρθουν αντιμέτωποι αποκαλύπτοντας μυστικά κρυμμένα από καιρό. 
Ένα ψυχολογικό θρίλερ που συνδέει το αρχαίο δράμα, τους αδερφούς Κοέν και τον Διονύσιο Σολωμό μ’ ένα αδιόρατο νήμα.

Δευτέρα, Μαΐου 27, 2013

Οι αισιόδοξοι, Βαγγέλης Μπέκας, εκδ. Γαβριηλίδης, 2013


Οι νεοναζί τον απειλούν, κινδυνεύει να βρεθεί μαχαιρωμένος εξαιτίας των αντιρατσιστικών του άρθρων, αλλά ο Δημόπουλος παραμένει αισιόδοξος. Σπεύδει για βοήθεια στον κάπως ιδιόρρυθμο αστυνόμο Τζόκα, θρύλο στην Υποδιεύθυνση Ανθρωποκτονιών, κι εκείνος του ζητάει να κάνουν μια συμφωνία. Θα του σταθεί με τους νεοναζί, αρκεί ο Δημόπουλος να συνδράμει στην έρευνα του Τζόκα για τη δολοφονία ενός διεφθαρμένου πρώην υπουργού, μια έρευνα που ο αστυνόμος διεξάγει στα κρυφά. Στην Αντιτρομοκρατική, αρμόδια για το θέμα, δεν έχει εμπιστοσύνη.

Από το «γκέτο» στο Κολωνάκι, κι απ’ τα Εξάρχεια στα στέκια των αστυνομικών· βουτιές στην Ιστορία, στον Κόκκινο Στρατό, στο ναζισμό, στην αναβίωσή του. Η αναζήτηση θα οδηγήσει τον Δημόπουλο σε μια μοιραία γυναίκα που συχνάζει σε υπουργικά γραφεία. Θα ανακαλύψει κι όσα του έκρυβε η Σοφία που τον άφησε πατέρα μόνο, με κόρη, στο χάος της Αθήνας. Σε μια πληγωμένη απ’ την κρίση μητρόπολη, στο μεταίχμιο Δύσης και Ανατολής.

Ο Δημόπουλος θα κινδυνέψει επανειλημμένα, αλλά θα συνεχίσει πεισματικά να είναι αισιόδοξος. Και η συμμορία των λοξών, η συμμορία των αισιόδοξων που θα σχηματιστεί, θα επιχειρήσει να λύσει το μυστήριο της δολοφονίας του υπουργού, αντιστεκόμενη στο ακροδεξιό παραλήρημα που γέννησε η κρίση.

Ένα κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γραμμένο με χιούμορ και με επιρροές από τον Μάρκαρη, τον Ιζζό και τον Τάιμπο ΙΙ.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο από εδώ:
http://www.gavrielidesbooks.gr/showtitle.aspx?vid=1589


Πέμπτη, Μαΐου 16, 2013

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τους "Αισιόδοξους" στο περιοδικό Βακχικόν



Οι αισιόδοξοι, μυθιστόρημα, Βαγγέλης Μπέκας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013 (κυκλοφορεί τέλη Μαΐου)

Έκλεισα το κινητό και κοίταξα πάλι μέσ’ απ’ την τζαμαρία του καφενείου τους στραβωμένους θαμώνες. Δεν υπήρχε περίπτωση να έκανα λάθος, ήτανε όλοι μπάτσοι. Πάνω στα τραπέζια τους τηγανητοί γάβροι, καλαμάρια και ούζα, στον τοίχο αφίσες με γραφικά νησιά του Αιγαίου και «live your myth in Greece».
  Τότε άνοιξε η πόρτα της τουαλέτας και βγήκε ένας απ’ τους κολλητούς του Στεργίου. Είχαμε πιει και μαζί μερικές φορές. Παλιότερα. Είχε μούσια και κάπνιζε στριφτά και έμοιαζε με καπετάνιο, πελώριο καπετάνιο, τουλάχιστον ένα κι ενενήντα πέντε. Φορούσε μπότες, τζιν και μοντγκόμερι, και το βλέμμα του ερευνούσε διαρκώς το χώρο γύρω του, μην του ξεφύγει κάτι.
  Πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερός μου και πολύ πιο γεροδεμένος από μένα, αν και δεν πάω πίσω στις μπουνιές. Οι παλάμες του ήταν τεράστιες, παλάμες ναυτικού που τις έκαψε το αλάτι· μια σφαλιάρα με είχε. Μετά το δεύτερο καραφάκι συνήθιζε να γελά ασταμάτητα. Πρέπει να το είχε ξεπεράσει προ πολλού, γιατί έπεφτε ήδη πολύ γέλιο στην παρέα.
  Το όνομά του ήταν Τζόκας. Αστυνόμος Τζόκας. Μπροστά του ο Μπέκας δεν έπιανε μία. Ήταν ένας από τους πλέον άξιους πατριώτες (Αρβανίτης στην καταγωγή) που έβαλε στο Σώμα η μεγάλη δημοκρατική παράταξη μετά το ένδοξο ’81.
  Με είδε να μπαίνω και σηκώθηκε όρθιος, αγέρωχος, πελώριος, χαμογέλασε και μου είπε κάτι που δεν άκουσα, γιατί τα σκυλάδικα δεν άφηναν πολλά περιθώρια.
  Μαζί του κάθονταν άλλοι δύο καλοξυρισμένοι νεαροί αστυνομικοί· τρέντι μπλουζάκια, ακριβά παπούτσια και γυμνασμένα μπράτσα. Ο ένας είχε τα μαλλιά καρφάκια και φορούσε γυαλιά, ο άλλος κουρεμένα πολύ κοντά και το κουτοπόνηρο βλέμμα του κάπως αλλήθωρο. Καμία σχέση με τον Τζόκα και το μπαρουτοκαπνισμένο πλοίο του. Άγουροι μπάτσοι.
  «Να σας γνωρίσω τον μοναδικό δημοσιογράφο της χώρας που είναι αναρχικός», τους είπε ο Τζόκας όταν τους πλησίασα.
  «Το γεγονός ότι μένω στα Εξάρχεια δεν με κάνει αναρχικό», αποκρίθηκα θέλοντας να δείξω την ενόχλησή μου.
  «Έλα τώρα, μεταξύ μας είμαστε», είπε εκείνος και γέλασε, «αφού είσαι».
  «Αναρχικός όχι, τρομοκράτης ναι!» αποκρίθηκα με σοβαρό ύφος, κρατώντας σθεναρή αντίσταση στο χαμόγελο που πίεζε τα χείλη μου. «Δημοσιογράφοι-τρομοκράτες κάθε βράδυ στις ειδήσεις των οκτώ».
  Μερικά δεύτερα σιγής, και ο Τζόκας ξέσπασε με τρανταχτά γέλια. Το ούζο είχε κάνει θεσπέσια δουλειά μες στο κεφάλι του. Τσούγκρισε με τους άγουρους μπάτσους που με αγριοκοίταζαν μην μπορώντας να κατανοήσουν το χιούμορ μου και τους ένευσε με έναν τρόπο δικό του, μοναδικό, που τους κάλμαρε.
  «Είδατε που σας τα ’λεγα... Ο τύπος είναι περιπτωσάρα!»
  Τράβηξε μια καρέκλα απ’ το διπλανό τραπέζι και μου έκανε νόημα να καθίσω κοντά του.
  «Θα πιεις κάτι, κύριε δημοσιογράφε;»
  «Ένα τσάι θα το έπινα».
  «Ακόμα να το κόψεις το γαμημένο, θα σε χαλάσει... Να σου βάλω λίγο Πλωμάρι να ευφρανθεί η καρδία;»
  Πήγε να βάλει ούζο σ’ ένα άδειο ποτήρι κι έκλεισα το στόμιο αντανακλαστικά με την παλάμη μου. Ακόμα και τότε που φλέρταρα με τον αλκοολισμό, με το ούζο δεν είχα παρτίδες. Κοιταχτήκαμε, χαμογέλασε με κατανόηση και άφησε κάτω το μπουκάλι.
  «Καιρό έχει να περάσει από ’δώ ο Στεργίου».
  «Και ίσως κάνει πολύ καιρό να περάσει ακόμα...»
  «Γιατί, τι έπαθε;» ρώτησε κάπως ανήσυχα ο Τζόκας.
  «Απολύθηκε».
  Και ετοιμάζει ληστείες με ψαροντούφεκο, σκέφτηκα, αλλά δεν σκόπευα να το μοιραστώ μαζί τους.
  «Μα χτες το πρωί που μιλήσαμε στο τηλέφωνο δεν μου είπε κάτι».
  «Ε, αργά το απόγευμα απολύθηκε».
  «Τους μαλάκες!» πετάχτηκε όρθιος ο Τζόκας κι αμέσως ξανακάθισε. «Αυτά κάνουν και μετά στέλνουν εμάς να τους μαζέψουμε... Έχει τρελαθεί ο κοσμάκης με το βούρδουλα».
  Ήπιε μια γουλιά ούζο και χαλάρωσε. Λίγο. Για λίγο.
  «Από τότε που ξεκίνησε η κρίση, μας έχει φύγει ο πάτος, κύριε δημοσιογράφε. Μειώνουν μισθούς και απολύουν και κόβουν δαπάνες και μέτρα, μέτρα, μέτρα...»
  «Κανένα μέτρο στα μέτρα», σχολίασα.
  Με στραβοκοίταξε, ήπιε άλλη μια γουλιά απ’ το ούζο του και συνέχισε ακάθεκτος.
  «Χρόνια τώρα ο κόσμος μέρα παρά μέρα στους δρόμους, και οι μπάτσοι, τα κορόιδα, να τρέχουμε να τους κάνουμε καλά. Για ψίχουλα, έτσι... Δώσε μπόνους για κάθε κλομπιά, κύριε πρωθυπουργέ, μόνο οι μάνατζερ θα παίρνουν μπόνους;»
  Γέλασε· κάπως πικρά. Το ούζο πολεμούσε μέσα του με την απόλυση ενός καλού φίλου.
  «Μα εσύ είσαι στο Ανθρωποκτονιών», του θύμισα για να τον πικάρω.
  «Το βλέπω συλλογικά το ζήτημα», αποκρίθηκε ο Τζόκας και οι άγουροι μπάτσοι επικρότησαν. «Μην ξεχνάς πως είμαι και συνδικαλιστής...»
  Δεν έμοιαζε με συνδικαλιστή, πολύ περισσότερο δεν έμοιαζε με μπάτσο. Θύμιζε καπετάνιο, είπαμε, με καπετάνιο παλιάς κοπής, με μούσια και χαρμάνια και ερωμένες τής μιας νύχτας στα λιμάνια της Άπω Ανατολής, που ο ασυρματιστής του έγραφε ποιήματα.
  Οι άλλοι δύο έμειναν αμίλητοι την περισσότερη ώρα παρακολουθώντας τον Τζόκα που ήταν κάτι σαν θρύλος στην υποδιεύθυνση Ανθρωποκτονιών. Έγνεφαν διαρκώς πως συμφωνούσαν, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους κι έπιναν, να παραβγούν μαζί του, και θα είχανε πάλι άσχημα ξεμπερδέματα.
  «Λοιπόν, πώς απ’ τα μέρη μας, κύριε δημοσιογράφε; Σε χρέωσαν με τη δουλειά του Στεργίου;»
  «Αν ήταν μόνο η δουλειά του Στεργίου, καλά θα ήταν».
  Η ξανθιά μάς πλησίασε, έσκυψε κι έκρυψε τον Τζόκα για να ακουμπήσει το αχνιστό τσάι στο τραπέζι μας.
  «Πράσινο;» ρώτησα.
  «Πράτσινο!» αποκρίθηκε η ξανθιά.
  «Εδώ μόνο πράσινα έχουμε», πετάχτηκε ο Τζόκας λοξοκοιτώντας την ξεθωριασμένη σημαιούλα με τον πράσινο ήλιο στο ανθοδοχείο δίπλα στο νεροχύτη. Σε πόσες και πόσες λαοθάλασσες δεν είχε ταξιδέψει.
  «Κυκλοφορεί καμιά πληροφορία για το θέμα του υπουργού;» μου έκανε πάσα η σημαιούλα.
  Ο Τζόκας γύρισε και με κάρφωσε, λες και θα προχωρούσε σε ανάκριση υπόπτου.
  «Εσείς οι δημοσιογράφοι είστε χειρότεροι κι από μας», είπε τελικά και έστριψε τσιγάρο. «Όλο ερωτήσεις...»
  «Αποκλείεται να μην έχεις ακούσει κάτι», επέμεινα.
  «Για τον υπουργό στο φέρετρο;» μειδίασε ο Τζόκας και ήπιε μια γερή γουλιά ούζο. «Καλά να πάθει ο καριόλης, κι ας ήταν δικός μας. Βούιξε ο τόπος με τις κομπίνες του... Αλλά μήπως ήταν και ο μόνος; Πλούτισαν τα καθαριστήρια απ’ τα γιαουρτωμένα σακάκια βουλευτών. Και δεν είναι όπως παλιά που αυτά τα έκαναν μόνο τα κουμμούνια, ξέφυγε ο κόσμος, κύριε δημοσιογράφε. Πρώτα ήρθαν τα φάσκελα, μετά οι σφαλιάρες, δεν θα αργούσαν πολύ να φτάσουν και οι σφαίρες».
  «Έχουν μαζέψει πολλούς και διάφορους στα Εξάρχεια απ’ το μεσημέρι».
  «Οι γνωστές βλακείες της Αντιτρομοκρατικής!» είπε ο Τζόκας και τσούγκρισε με τους υποτακτικούς του, που συμφώνησαν πίνοντας το ουζάκι τους. «Δεν υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο ο δολοφόνος να είναι του χώρου. Τον υπουργό τον φάγανε από μακριά, με διόπτρα και σιγαστήρα, χτύπημα αθόρυβο. Οι αριστεροί τρομοκράτες συνηθίζουν να κάνουν θόρυβο, μην το ξεχνάς, κύριε δημοσιογράφε».
  «Κάποιος ακροδεξιός που σκότωσε για τη χαμένη τιμή της πατρίδας;»
  «Κοίταξε, κοίταξε... είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο, αλλά καλύτερα να μη βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα. Η έρευνα είναι στα χέρια της Αντιτρομοκρατικής και δεν πρόκειται να μας κάνουν τη χάρη να τη δώσουν στο Ανθρωποκτονιών».
Δεν ήταν μόνο τους «ξερόλες της Αντιτρομοκρατικής» που δεν πήγαινε ο Τζόκας, δεν πήγαινε και τους φασίστες, γι’ αυτό τα τακιμιάζαμε. Μπορεί στους μετανάστες να έριχνε καμιά σφαλιάρα πού και πού, αλλά δεν το έκανε από κακία. Όπως ο πατέρας στο γιο τις έριχνε, για να τους συνετίσει.
[…]
  Έξω απ’ την τζαμαρία πρόσεξα δυο ψηλόλιγνους, κοντοκουρεμένους νεαρούς με αρβύλες και μαύρα μπουφάν να γυροφέρνουν τη μηχανή μου.
  «Πρέπει να φύγω», είπα και σηκώθηκα όρθιος.
  «Από τώρα;»
  Οι τύποι κοίταξαν μες στο καφενείο σαν να γύρευαν κάτι και οι ματιές μας αντάμωσαν.
  «Πάω στο νοσοκομείο να δω τρεις Πακιστανούς που οι φασίστες τούς κέρασαν μαχαιριές», είπα λοξοκοιτώντας τους μαντράχαλους.
  «Τα συνηθισμένα», σχολίασε ο Τζόκας ατάραχος και τους κάρφωσε με το αυστηρό του βλέμμα.
  Εκείνοι άφησαν επιτέλους τη μηχανή μου στην ησυχία της και πέρασαν στην απέναντι πλευρά του δρόμου, ρίχνοντας πίσω τους φευγαλέες ματιές. Ο ένας έβγαλε το κινητό του και τηλεφώνησε κατηφορίζοντας στο πεζοδρόμιο. Χάθηκαν στην πρώτη γωνία.
  Έσκυψα κοντά στον αστυνόμο και τον κοίταξα βαθιά μες στα καστανά του μάτια, αναζητώντας τον άνθρωπο Τζόκα.
  «Μήπως πήρε τ’ αυτί σου κάτι για το μαχαίρωμα; Έχει να κάνει με την υπηρεσία σου».
  «Αν δεν κάνουν καταγγελία, δεν θα προχωρήσει το ζήτημα», αποκρίθηκε εκείνος ψυχρά.
  «Είχα την εντύπωση πως αυτές οι διώξεις προχωρούν αυτεπάγγελτα».
  «Όπως θα ’χεις καταλάβει, κύριε δημοσιογράφε, όχι σ’ όλες τις περιπτώσεις...»

ΥΓ. Εδώ το link για το Βακχικόν

Πέμπτη, Νοεμβρίου 10, 2011

Βιβλιοκριτικες για τα μυθιστορήματά μου

Οι αισιόδοξοι:




Γιάννης Παπαγιάννης, Όταν η πολιτική εμπλέκεται στην τέχνη και γίνεται τέχνη, "Ελεύθερος Τύπος", 28.9.2013


Τζούλια Γκανάσου, Οι αισιόδοξοι, www.vakxikon.gr, τχ. 23, Σεπτέμβριος 2013


Φίλιππος Φιλίππου, Έγκλημα α λα ελληνικά, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 23.6.2013






Φετίχ:

Κωνσταντίνος Μπούρας, Εργοτάξιο παράλληλων συγγραφέων, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 685, 17.12.2011


Κώστας Δρουγαλάς, And now… the news, Περιοδικό "Ένεκεν", τχ. 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011


Νέστορας Πουλάκος, Φετίχ, www.vakxikon.gr, τχ. 14, Ιούνιος - Αύγουστος 2011

Άρτεμις Καπούλα, Φετίχ, www.protagon.gr, 20.5.2011


Νίκος Κουνενής, Φετίχ, www.pressinaction.gr, 9.5.2011

"Βιτρίνα", Φετίχ, Περιοδικό "Index", τχ. 45, Μάιος 2011

Μυρτώ Τσελέντη, Κατανάλωση, η νέα θρησκεία, "Ο Κόσμος του Επενδυτή"/ Ένθετο "Culture", 7.4.2011




Το 13ο υπόγειο:

Κωνσταντίνος Μπούρας, Η γενιά των 700 ευρώ διαβάζει Μπέκα;, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 621, 18.9.2010

Γιάννης Ασδραχάς, Το 13ο υπόγειο, "Εξπρές", 4.7.2010


Νίκος Αραπάκης, Το 13ο υπόγειο, Περιοδικό "Bookmarks", τχ. 3, 9.12.2009


Γιώργος Γιαννόπουλος, Το 13ο υπόγειο, Περιοδικό "Ένεκεν", τχ. 13, Μάιος 2009

Ευτυχία Παναγιώτου, Το 13ο υπόγειο, Περιοδικό "Index", τχ. 31, Μάιος 2009



Νίκη Κεφαλά, «Συνουσία και φυλακή», "Αγγελιοφόρος", 21.3.2009


Λώρη Κέζα, Οι συγγραφείς του αύριο, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 15.3.2009