Παρασκευή, Ιουνίου 29, 2012

Το Αθηναϊκό Underground 1964-1983

Την Παρασκευή 29 Ιουνίου παρουσιάζεται στο Camp (4 Efpolidos & 2 Apellou str., Kotzia Square) το πρώτο μέρος της έκθεσης “Το Αθηναϊκό Underground” με τον χρονικό προσδιορισμό 1964-1983. Η έκθεση φιλοδοξεί να καταγράψει το εύρος αυτού του ιστορικού φαινομένου, τόσο χρονολογικά όσο και περιπτωσιολογικά. Από τις πρώτες νύξεις για το ύφος στις σελίδες του περιοδικού Πάλι έως στον μηδενισμό του punk και τη σταδιακή πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση του φαινομένου. Από τα δεκάδες έντυπα των 70s και 80s που διανέμονταν στην πλατεία Εξαρχείων έως ψυχεδελικές και underground τάσεις στις γκαλερί της εποχής. Από το παραισθητικό και παραβατικό σινεμά έως τη σχέση των εικαστικών με τη μουσική της εποχής. Η έκθεση θα επιχειρήσει να αναλύσει το κλίμα εκείνης της εποχής, πολιτισμικό και πολιτικό, το οποίο (ίσως) εμφανίζει παράδοξες ομοιότητες με τη σημερινή. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η ιστορική ανασκόπηση αυτή θέλει ν’ ανοίξει διάλογο με μια ανήσυχη καλλιτεχνική σκηνή των ημερών μας που θα μπορούσε, υπό κάποιο πρίσμα, να θεωρηθεί το “νέο underground”.
Μετά το τέλος του πρώτου μέρους (Πέμπτη 30 Αυγούστου) θα ξεκινήσει το δεύτερο μέρος (εγκαίνια: Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου) με τίτλο “To Αθηναϊκό Underground-1984-2012”, όπου παρουσιάζονται περιπτώσεις πιο σύγχρονων καλλιτεχνών που δραστηριοποιιούνται σε κάτι που μοιάζει επικίνδυνα με “underground”. Κατά τη διάρκεια της τρίμηνης διάρκειά της, η έκθεση θα πλαισιωθεί με προβολές, εκδηλώσεις και συζητήσεις όπου οι πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής θα καταθέσουν, προσωπικά την εμπειρία τους. Παράλληλα στα εγκαίνια το κοινό θα έχει μια πρώτη παρουσίαση της έκδοσης ενός πλούσια εικονογραφημένου βιβλίου με αναλυτικές προσεγγίσεις στο φαινόμενο από ερευνητές και μελετητές.

Συντονισμός-επιμέλεια: Θανάσης Μουτσόπουλος
Επιμελητής έντυπου αρχείου: Νεκτάριος Παπαδημητρίου
Επιμελητής εικαστικού αρχείου: Παντελής Αραπίνης
Επιιμελητής κινηματογραφικού αρχείου: Γιάννης Χαριτίδης
Επιμελητής εικονογραφικού αρχείου: Θανάσης Μουτσόπουλος
Καλλιτέχνες της έκθεσης Underground: 1964-1983
Αλέξης Ακριθάκης, Μίνως Αργυράκης, Στήβ Γιαννάκος, Στέργιος Δελιαλής, Νίκος Ζερβός, Λάζαρος Ζήκος, Πάνος Κουτρουμπούσης, Nicholas Liber [Νίκος Λυμπερόπουλος], Ηλίας Πολίτης, Δημήτρης Πουλικάκος, Θανάσης Ρεντζής, Αλέξης Ταμπουράς, Κωστής Τριανταφύλλου, Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιάννης Αρκούδης Χριστοδούλου, Χρήστος Ζυγομαλάς, Νάνος Βαλαωρίτης.

AΘΗΝΑΪΚΟ UNDERGROUND:
ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ & ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Κυριακή 1 Ιουλίου, 20.00
Τα έντυπα του Underground
Ανδρέας Βούσουρας (Μορμώ)
Βλάσης Ρασσιάς (Ανοιχτή Πόλη)
Τέος Ρόμβος (Τρύπα)
Κωστής Τριανταφύλλου (Λωτός, Πράξις)
Κώστας Κατσικάς (Τυφλόμυγα)
Συντονισμός: Νεκτάριος Παπαδημητρίου

Τρίτη 3 Ιουλίου, 20.00
Προβολή της ταινίας των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού, Μαύρο Άσπρο (1973)
Θα παραστούν και θα προλογίσουν την ταινία οι σκηνοθέτες. Θ’ ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

Πέμπτη 5 Ιουλίου, 20.00
Παρουσίαση βιβλίου Το Αθηναϊκό Underground
Νάνος Βαλαωρίτης (ποιητής)
Γιώργος Σωτηρέλλος (συγγραφέας)
Γιώργος Χαρβαλιάς (πρύτανης Α.Σ.Κ.Τ.)
Θανάσης Μουτσόπουλος (επιμελητής)
Γιώργος Γεωργακόπουλος (CAMP)
Στη συνέχεια θα εορταστούν τα 91α γενέθλια του Νάνου Βαλαωρίτη

Παρασκευή 6 Ιουλίου, 20.00
Συναυλία ΚΣΥΜΕ
Πέτρος Φραγκίστας
«Kawa, σημαίνει ποταμός”
για viola da gamba, ηλεκτρονικά και μαγνητοταινία
αφιερωμένο στην ιαπωνική πρωτοπορία του 1970
Νικολέτα Χατζοπούλου, για viola da gamba
Κώστας Μαντζώρος, ηλεκτρονικά
Η παρουσίαση του έργου του Πέτρου Φραγκίστα
και της εποχής του underground θα γίνει από τον Νεκτάριο Παπαδημητρίου

Τρίτη 10 Ιουλίου, 20.00
Προβολή της ταινίας του Κώστα Φέρρη, Η Φόνισσα (1975)
Θα παραστεί και θα προλογίσει την ταινία ο σκηνοθέτης. Θ’ ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

Τρίτη 17 Ιουλίου, 20.00
Το κινηματογραφικό Underground
Νίκος Ζερβός
Θανάσης Ρεντζής
Αλέξης Ταμπουράς
Κώστας Φέρρης
Συντονισμός: Γιάννης Χαριτίδης

Τρίτη 19 Ιουλίου, 20.00
Αντικουλτούρα και Πολιτική
Κωνσταντίνος Βασιλείου
Θοδωρής Κωβαίος
Χαράλαμπος Μαγουλάς
Νίκος Μάλλιαρης
Κωστής Τριανταφύλλου
Συντονισμός: Θανάσης Μουτσόπουλος

Τρίτη, Μαΐου 08, 2012

Αν δεν σε πηδήξουν πρώτα οι σκίνχεντς, φίλε.

ΣΚΗΝΗ 32. ΕΣΩΤ / ΤΟΥΑΛΕΤΑ ΜΠΑΡ/ ΝΥΧΤΑ
Τα λευκά πλακάκια του μπάνιου αστράφτουν. Όλα θολά. Δυο ή τέσσερις ανθρώπινοι γλόμποι με κατεβασμένα παντελόνια. Κρατούν μαχαίρια. Ένας άλλος τύπος με μαλλιά κάτι φωνάζει, που κάνει το μεθυσμένο κεφάλι του Πέτρου να πονά.

 ΜΠΑΡΜΑΝ:
Ρε μαλάκες, αφού σας είπα να την τρομάξουμε μόνο! Ξεκολλάτε ρε! Σας είπα ψέματα ότι είναι Αλβανίδα. Με τον αδερφό της ήμασταν μαζί στο στρατό. Μ’ ακούτε ρε, τσογλάνια ή χάσατε το μυαλό σας απ’ το πολύ ξύδι;

 Ο Μπάρμαν πλησιάζει τον ένα σκίνχεντ και τον αρπάζει απ’ τον καρπό.

ΜΠΑΡΜΑΝ:
Να την τρομάξουμε ήθελα μόνο. Ακούς ρε; Αν κάνεις καμιά μαλακία θα με πηδήξει η εταιρία!

V/O:
Αν δεν σε πηδήξουν πρώτα οι σκίνχεντς, φίλε.


ΥΓ. Σκηνή από "το 13ο υπόγειο" (εκδ. Μπαρτζουλιάνος, 2009) που αλλάζει μορφές και συνεχίζει το ταξίδι.

Δευτέρα, Μαρτίου 19, 2012

Ερωτοποιητική Βραδιά στις 21/3

Η ομάδα "Ποίηση στην εποχή της εκποίησης" αποχαιρετά το χειμώνα και καλωσορίζει την άνοιξη, στις 21 Μαρτίου, εαρινή ισημερία και παγκόσμια ημέρα της ποίησης, στις 9.30 μμ, στην οδό Κεραμεικού 88, στον Κεραμεικό.
Η ποιητική βραδιά θα πραγματοποιηθεί στα πλαίσια της έκθεσης "Ερωτοπία", που οργανώνει ο "Ορίζοντας γεγονότων" σε μια πετρόκτιστη αθηναϊκή οικία του 19ου αιώνα, όπου στεγάζει ανησυχίες καλλιτεχνών, μετασκευάζοντάς τη σε ένα χώρο εκπολιτισμού της πραγματικότητας.
Μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, τα αστέρια, αιώνιος σύντροφος των ερωτευμένων και των ονειροπόλων θα έρθουν λίγο πιο κοντά μας για ν’ ακούσουν τα ποιήματα που έχουν γραφτεί στο φως τους.
Ποιήματά τους θα αποδώσουν οι ποιητές: Νίκος Τερζής, Αντώνης Βάθης, Χάρης Σταμέλος, Μαρία Γκόλια, Νίκη Ανδρικοπούλου, Ανθούλα Ρεβύθη, Didi Fadul, Γιώργος Καπετανάκος, Ιωάννα Αργυρίου, Τζίμης Ευθυμίου, Ευτυχία Παναγιώτου, Βασίλης Κυριάκης, Γιώργος Τσίγκας, Θόδωρος Πάσχος, Αλέξης Δάρας, Βαγγέλης Μπέκας, Ανδρέας Βατίστας, Χρίστος Ξένος, Σελένα Προδρομίδου, Κώστας Κολημένος, Μαρία Παπανδρεοπούλου.
Είσοδος Ελεύθερη
Η βραδιά είναι ανοικτή και σε άλλους ποιητές και ποιήτριες που θα ήθελαν να παρουσιάσουν ποιήματά τους
21 Μαρτίου, 9.30 μμ, Κεραμεικού 88, Κεραμεικός.

Ορίζοντας γεγονότων http://orizontasgegonotwn.blogspot.com/


Ποίηση στην εποχή της εκποίησης http://ekpoiisi.blogspot.com/

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 29, 2012

"Υπογείωση" του Γιώργου Λαμπράκου

Τρία χρόνια μετά το εξαιρετικό «Αναμνήσεις από το ρετιρέ», ο Γιώργος Λαμπράκος ξαναχτυπά με τη νουβέλα «Υπογείωση» φλερτάροντας με το θέατρο του παραλόγου. Ακολουθεί ένα σύντομο απόσπασμα:


Ναι, δυστυχώς πρέπει να τρώω, δε γίνεται μόνο να πίνω. Έτσι μου 'παν, αλλιώς , μου 'παν, θα πεθάνω. Θα πεθάνω σίγουρα, έτσι μου 'παν. Θα πεθάνω από πείνα ή από κίρρωση του ήπατος, έτσι μου 'παν. Όταν πεθαίνεις άσχημα, είναι άσχημα τα πράγματα, έτσι μου 'παν. Δίκιο θα 'χουν δεν μπορεί! Τα πράγματα είναι άσχημα μόνο όταν είναι άσχημα, τους έλεγα με τη σειρά μου. Κι αυτοί μου έλεγαν άλλα. Κι εγώ απαντούσα άλλα. Ααα... οι λέξεις δεν μου έλειψαν ποτέ! Έχω περισσότερες απ' όσες χρειάζομαι πια. Τι τις θέλω τοσες; Να πω τι; Τον πόνο μου; Σιγά το πράμα!

Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2012

Το μεγαλύτερο έγκλημα

Όχι, δεν βρέθηκα στο τμήμα γιατί έκλεψα. Ούτε φυσικά γιατί αφαίρεσα κάποιου τη ζωή. Μπορεί να γράφω ιστορίες που αφορούν εγκλήματα, αλλά στη ζωή, παρότι τολμηρός, είμαι ήρεμος και ίχνος εμπάθειας δεν έχω κανένα.

Όλα ξεκίνησαν ενώ έκανα την καθιερωμένη βόλτα μου στην Ερμού, παρατηρώντας τους περαστικούς φορτωμένους με ψώνια. Όχι, όχι, εγώ δεν ακολουθώ το παράδειγμά τους. Αφού το πορτοφόλι μου λιμοκτονεί. Δεν είναι θέμα οικονομικής κρίσης, αλλά επαγγέλματος.

Η γυναίκα μου αντιμετωπίζει με κατανόηση την οικονομική μου στενότητα. Εξάλλου, έχω εξασφαλίσει την ψυχαγωγία της. Γράφω περιστασιακά σε ένα περιοδικό για κινηματογράφο -χωρίς βέβαια, να πληρώνομαι- οπότε μπορώ να της προσφέρω δωρεάν τις καλύτερες ταινίες στις δημοσιογραφικές προβολές. Και στις ποιητικές βραδιές περνάμε περίφημα. Ειδικά όταν οι απαγγελίες σταματήσουν και πλησιάσουμε επιτέλους στον μπουφέ.

Παρατηρώντας τα τεκταινόμενα στην Ερμού, αναθεμάτιζα τη μοίρα μου που δεν με έκανε ινδιάνο με φτερά στο κεφάλι ή δεν μου’ μαθε βιολί να κερδίζω τη συμπάθεια των περαστικών με τη δεξιοτεχνία μου. Που ούτε ένα πόδι δεν μού ’κοψε σε ναρκοπέδιο συνόρων, ώστε να γίνω ένας καθωσπρέπει ζητιάνος.

Απεναντίας με έκανε συγγραφέα. Και μάλιστα συγγραφέα ποιοτικών βιβλίων. Μπορεί να μην με πιστεύετε, βλέποντάς με σε αυτή την κατάσταση, αλλά έχω γράψει 5 μυθιστορήματα. Μάλιστα, ένα από αυτά βραβεύτηκε από ένα λογοτεχνικό περιοδικό.

Οι κριτικοί με έχουνε καλομάθει. Δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει αρνητική κριτική για το έργο μου, πέρα από δυο τρεις εξαιρέσεις που δεν τις έλεγες κριτικές, μα λιβέλους. Παρ’ όλα αυτά ποτέ μου δεν κατάφερα να πουλήσω πάνω από 3.000 αντίτυπα. Βγάζοντας ένα βιβλίο το χρόνο, μου αναλογούν γύρω στα 5.000 € που δεν φτάνουν ούτε για το νοίκι.

Δεν το κρύβω πως έχω προσπαθήσει να γράψω και ροζ λογοτεχνία, με ψευδώνυμο, αλλά το χειρόγραφό μου απορρίφθηκε. Κανείς δεν ξεγελιέται τόσο εύκολα. Πρέπει να το έχεις στο αίμα σου.

Ήμουν, λοιπόν, απελπισμένος. Πρέπει να καταλάβετε, Α-Π-Ε-Λ-Π-Ι-Σ-Μ-Ε-Ν-Ο-Σ! Στην αρχή δεν μου πέρασε από το μυαλό, παρότι παρατηρούσα συχνά όλους αυτούς τους τύπους που έστεκαν στον πεζόδρομο ντυμένοι άγγελοι, Άραβες, νεράιδες ή πολεμιστές να ζητούν τον οβολό μας. Μονάχα όταν τους πλησίασα και διαπίστωσα ότι κάποιοι εξ αυτών δεν ήταν απλώς ξεπεσμένοι ηθοποιοί, μα μαυριδερότατοι μετανάστες που είχαν βάψει το πρόσωπό τους λευκό για να παραπλανήσουν ακόμα και τους πιο ακραίους εθνικόφρονες.

Σήκωσα το χέρι και χάιδεψα το πιγούνι μου. Γιατί να μην το έκανα κι εγώ; Ποιος θα με καταλάβαινε; Θα έβαφα το πρόσωπό μου, θα φόραγα κελεμπία και θα κρατούσα ένα λουλούδι στο χέρι για να δείχνω ρομαντικός.

Το επόμενο κιόλας πρωί έβαλα μπρος το σχέδιό μου. Τη φοβόμουν, βέβαια, την Ερμού, καθώς σύχναζαν αρκετοί γνωστοί. Ήταν, όμως, η πιο επικερδής πιάτσα που μπορούσα να φανταστώ. Πουθενά αλλού δεν είχα δει τόσα χαρούμενα πρόσωπα. Τις χρειάζεται τις γελαστές φάτσες η ζητιανιά.

Πρέπει να ήταν γύρω στις 10 το πρωί όταν κάθισα στο πόστο μου. Μαζί μου είχα ένα μισόλιτρο τσίπουρο, το οποίο είχα σχεδόν τελειώσει μέχρι να φτάσω.

Και νά σου τα σαλαμαλέκουμ. Και νά σου τα καραγκιοζιλίκια. Γύρω μου μαζεύτηκε κόσμος, κόσμος πολύς - αναθάρρησα. Το τενεκεδάκι μου γέμισε κέρματα. Αν συνέχιζα με αυτό το ρυθμό, σε λίγο θα ξεπερνούσα και την αμοιβή που είχα πάρει κάποτε από μια εφημερίδα για να γράψω ένα διήγημα με τίτλο «Επιστροφή στην κόλαση».

Σύντομα όμως θα ζούσα την πραγματική κόλαση.

Δεν τον είχα προσέξει αμέσως, πρέπει να βρισκόταν αρκετή ώρα εκεί. Στεκόταν χαμογελαστός ανάμεσα στο πλήθος που με χάζευε, παρέα με τη μικρή του κόρη. Τι ύφος, τι στιλ! Αληθινός αριστοκράτης, ο εκδότης μου.

Φορούσε ένα πανάκριβο παλτό (προσωπικά θα προτιμούσα ένα σαν εκείνο του Τζωρτζ Γκρημπ στο «Αναζητώντας τον κ. Γκρην») και καινούργια γυαλιά ηλίου, ενώ η κόρη του, με κάτι παρδαλά πιαστράκια στα μαλλιά, κρατούσε πλαστικές τσάντες των πιο ακριβών καταστημάτων του κέντρου.

Παρότι ήμουν βέβαιος ότι η λευκή βαφή έκρυβε την όψη μου, είχα σχεδόν παραλύσει. Ειδικά όταν η κόρη του πλησίασε και μου έριξε ένα 50λεπτο μέσα στο τενεκεδάκι, σχεδόν κατουρήθηκα πάνω μου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, σε λίγο άκουσα τον εκδότη μου, να λέει:

«Κοίτα να δεις μερικές συμπτώσεις!»

Γυρίζοντας προς τα κει, είδα τον πρόεδρο της επιτροπής κρατικών βραβείων, συνοδευόμενο από τον μεγαλύτερο σταρ της λογοτεχνικής κριτικής να τον πλησιάζουν.

Ο εκδότης μου τους μιλούσε πρόσχαρα κι εκείνοι έδειχναν ιδιαίτερα ευδιάθετοι. Ίσως να τους έλεγε για το τελευταίο μου βιβλίο, το πιο αδικημένο από όλα. Ναι, ακριβώς αυτό πρέπει να τους έλεγε. Άξιζε σίγουρα το κρατικό βραβείο. Το κρατικό βραβείο θα με έβγαζε από τη δύσκολη θέση.

Τότε, όμως, έφτασε το παρατεταμένο σφύριγμα και οι τρομαγμένες φωνές. «Police, police!» ούρλιαξε κάποιος μαύρος ξερακιανός και σχεδόν αμέσως οι μετανάστες που βρισκόταν δίπλα μου φόρτωσαν την πραμάτεια τους στον ώμο και το ‘βαλαν στα πόδια. Άρπαξα τα κέρματα απ’ το τενεκεδάκι και τους ακολούθησα δίχως δεύτερη σκέψη, φορώντας την κατάλευκη κελεμπία μου που με δυσκόλευε.

Πέρασα τρέχοντας έξω από το Public, τον Ελευθερουδάκη, τον Ιανό, τον Παπασωτηρίου, την Πολιτεία, όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Γεμάτα βιβλιοφάγους, πωλητές, βιβλία και χρήμα που έρεε άφθονο. Τόσος πολύς κόσμος να ζει από το βιβλίο κι εγώ που βγάζω με πόνο τον καρπό απ’ τη γη, να έχω πίσω μου έναν αστυνομικό να με κυνηγά λυσσαλέα.

Αποφάσισα να στρίψω προς τα Εξάρχεια. Δεξιά κι αριστερά στην πορεία μου εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοκαφέ και τυπογραφία, έσφυζαν από ζωή και δημιουργικό οργασμό, ενώ εγώ συνέχιζα να τρέχω για να σωθώ από τον υπερβάλλοντα ζήλο εκείνου του μπάτσου. Θα με είχε περάσει για μετανάστη, ο ηλίθιος.

Κάπου λοιπόν στη δαιδαλώδη βιομηχανία του βιβλίου των Αθηνών, η κελεμπία μου πιάστηκε σε μια γωνιά και σωριάστηκα στην άσφαλτο, ακριβώς έξω από την Πρωτοπορία.

Ήθελα να φωνάξω:

«Κάνετε λάθος, δεν είμαι μετανάστης, συγγραφέας είμαι, συγγραφέας!»

Τότε, όμως, πρόσεξα μέσα από την τζαμαρία του βιβλιοπωλείου την ταμεία να τοποθετεί το τελευταίο μου βιβλίο σε μια πλαστική σακούλα και να χτυπά την απόδειξη στην ταμειακή μηχανή. Ντράπηκα. Ήταν κι όλα εκείνα τα βλέμματα των βιβλιόφιλων, που είχαν βγει έξω και με κοίταζαν.

Ευτυχώς, δεν με αναγνώρισαν. Παρ’ όλα αυτά προσπάθησαν να πείσουν τον λαχανιασμένο αστυνομικό να με αφήσει, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος και με έσυρε στο τμήμα σαν να ’μουν κανένας εγκληματίας.

Τρεις ώρες με είχανε να περιμένω έξω από το γραφείο του ανακριτή.

«Πάλι καλά που δεν με πέτυχε κανένας δημοσιογράφος», συλλογιζόμουν, μα λίγο αργότερα δυο αλλόκοτες εικόνες κεραυνοβόλησαν τη σκέψη μου.

Το βαμμένο πρόσωπό μου, πρωτοσέλιδο σε σκανδαλοθηρικό έντυπο.

Και η αυτοσχέδια τσέπη της κελεμπίας μου, γεμάτη χαρτονομίσματα.




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δέκατα (Άνοιξη 2010). Θέμα τεύχους: η ζωή του συγγραφέα.Μοιράστηκε στην «Πerformance διήγημα δρόμου» τον Οκτώβριο του 2010.

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2012

Μήνας Νέων Συγγραφέων: Βαγγέλης Μπέκας+Ευτυχία Παναγιώτου στη Θεσσαλονίκη



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 3/2, στις 7.30 μμ

Μπαρ Φλου, Νικηφόρου Φωκά 9, Θεσσαλονίκη


Το περιοδικό γραμμάτων και τεχνών Vakxikon.gr σας προσκαλεί
στην πρώτη εκδήλωση του Μήνα Νέων Συγγραφέων.
Ξεκινάμε με Βαγγέλη Μπέκα και Ευτυχία Παναγιώτου.
Για τους προσκεκλημένους θα μιλήσουν οι
Πάνος Μανάφης και Αναστασία Γκίτση.

Συντονίζει η δημοσιογράφος Παυλίνα Εξαδακτύλου

Αυτή ήταν λοιπόν η πρόσκληση Δ.Τ. του περιοδικού, δεν θα ξεχάσω, φυσικά, να σας προσκαλέσω κι εγώ. Σας περιμένουμε...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2011

Τα σκοτάδια


Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια. Πάει πάνω από μήνας που την είδα τελευταία φορά, σας λέω είμαι πλέον καλά, βλέπω μονάχα έναν τύπο με φθαρμένο γκρι σακάκι να με παρακολουθεί κρυμμένος στις γωνιές του δρόμου, λεπτός, αρρωστιάρης, τα μάγουλά του μαζεμένα μες στο στόμα του, μασάει και τα δαγκώνει. Θα ’χει μάθει για τα περασμένα μεγαλεία, ο ηλίθιος, θα ’χει βάλει στο μάτι την περιουσία που σκόρπισα στα μπαρ και τις πουτάνες. Ωραίες οι πουτάνες, αλλά και το ουισκάκι, α, όλα κι όλα, το άγιο ουισκάκι, το φόρτωσαν βέβαια φόρους, στο διάολο το ουίσκι, στο διάολο ρε, ζήτω η ρετσίνα, ζήτω η Ελλάδα!

Πριν μέρες, που κατέβηκα στο κέντρο και στήθηκα στην ουρά για το συσσίτιο, τον είδα πάλι, στεκόταν μπάστακας, επτά-οκτώ ζήτουλες πίσω από μένα. Τον μαλάκα. Δεν έχει προσέξει τις τρύπιες μπότες μου, το παλιό παλτό που φοράω, πώς είναι δυνατόν να κρύβω μέσα στο σπίτι λεφτά, στο συσσίτιο γιατί έρχομαι, για να βγάλω γκόμενες με σάπια δόντια; Τρελός είναι, θεόμουρλος, δεν σας έτυχε ποτέ να σας παρακολουθεί κάποιος που ’χει χάσει τα λογικά του; Τον κοίταζα κι απέφευγε το βλέμμα μου, έσκυβε δήθεν για να δέσει τα κορδόνια του, ο διεστραμμένος, ο σιχαμένος, ο ασβός.
Νομίζει πως στο σπίτι έχω ακόμα πράγματα αξίας, σε γελάσανε φιλαράκο, τα πούλησα όλα όταν ξέμεινα, εδώ κι αρκετό καιρό, τα έπιπλα, την τηλεόραση, το παλιό πικάπ, το κρεβάτι, τα πάντα... Έπειτα άρχισα να πουλάω και τα βιβλία.

Στο σπίτι μου έχουν απομείνει μόνο βιβλία, εκατοντάδες, χιλιάδες παλιά βιβλία της μάνας μου, ένα στρώμα και μια κουβέρτα. Είχε εμμονή με τα βιβλία η μάνα μου, ήθελε να με κάνει ακαδημαϊκό της λογοτεχνίας, να διδάσκω σε πανεπιστημιακές αίθουσες, να γίνω σπουδαίος, μεγάλος και τρανός, βέβαια, θα προτιμούσε να γίνω συγγραφέας, αλλά από μικρός φάνηκε πως δεν είχα αρκετό ταλέντο, έτσι έκρινε η μάνα μου. Γιατί η μάνα μου δεν ήθελε να γίνω ένας τυχαίος συγγραφέας, ήθελε να γίνω μεγάλος συγγραφέας, σαν τους Ρώσους κλασικούς που λάτρευε από μικρή.

Αυτή με πήρε στο λαιμό της, να ξεκινήσω το διδακτορικό για τους μεγάλους Ρώσους, «θα σε στηρίξω οικονομικά εγώ», μου ’πε, αλλά η παλιοαρρώστια την ξέκανε σε ένα τρίμηνο. Παράτησα αμέσως το διδακτορικό, είχα σκυλοβαρεθεί εδώ και καιρό. Αχ μάνα, μ’ άφησες μόνο κι έφυγες, μ’ άφησες μόνο με τα βιβλία και τις πουτάνες, αλλά και οι πουτάνες έφυγαν, τα παλιοπούτανα, έμεινε μόνο η ρετσίνα, χεχέ…

Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια.

Από τότε που ξεκίνησα να πουλάω τα βιβλία της συλλογής της, πρέπει να ’ταν πάνω από πέντε χιλιάδες βιβλία, κι έχω πουλήσει ήδη τα μισά. Είχα αποφασίσει να μην πουλήσω κανέναν Ρώσο, τους είχε μεγάλη αδυναμία η μάνα μου, μα γρήγορα κατάλαβα ότι οι κλασικοί αξίζουν πολλά, ξέρετε πόσο πιάνει Το έγκλημα και τιμωρία; Όσο ένα μπουκάλι ρετσίνα. Και η ρετσίνα με κάνει και βλέπω τα πράγματα καθαρά, ενώ τα χιλιάδες βιβλία μες στο σπίτι δημιουργούν απίστευτες κρυψώνες για τους δαίμονες.

Προχτές είδα πάλι εκείνον τον ξερακιανό να με παρακολουθεί, έκανε τον αδιάφορο, μα ξαφνικά με πλησίασε σαν άνεμος, κρύφτηκε στη σκιά μου, κι όταν άνοιξα την πόρτα του σπιτιού, πέρασε σβέλτα πίσω απ’ την πλάτη μου, και χάθηκε πίσω από τους σωρούς των βιβλίων...

Έχω σταματήσει να βλέπω τη μάνα μου στα σκοτάδια.

Το βράδυ όμως που ξυπνώ, ακούω ψιθύρους μες στο σπίτι, ακούω τον ξερακιανό τύπο να μιλά με μια γριά, ρώσικα, ναι, ρώσικα είν’ αυτά, ορμάω με ουρλιαχτά, προσπαθώ να τους ξετρυπώσω, μα τίποτα, είναι σβέλτοι σαν σκιές, κρύβονται στα σκοτάδια.

Συνωμοτούν εναντίον μου, το αισθάνομαι, κινδυνεύω. Μάζεψα βιβλία κι έφτιαξα φρούριο γύρω απ’ το στρώμα μου, στην μπότα μου έχω μόνιμα περασμένο το παλιό σκουριασμένο τραπεζομάχαιρο, μου τρώει τον αστράγαλο, μούσκεψα στο αίμα, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, σας λέω, κινδυνεύω.

Ο τύπος και η γριά αναμασούν ρώσικες προσευχές και τριγυρνούν μες στο σπίτι ανάμεσα στις σκιές των βιβλίων. Ήταν εχθροί, μα τώρα, τώρα είναι ολοφάνερο, αποφάσισαν να συνωμοτήσουν εναντίον μου, αναζητούν εκδίκηση, αναζητούν τιμωρία, δεν έκανα και κανένα έγκλημα, ρε μάνα, είναι έγκλημα να πουλήσεις ένα βιβλίο για ένα μπουκάλι κρασί, το κρασί ευφραίνει καρδία... το βιβλίο.... το βιβλίο... όχι, όχι δεν είναι έγκλημα που αξίζει τέτοια τιμωρία.

Eχω να κλείσω μάτι από χτες και στην τουαλέτα έχω σταματήσει να πηγαίνω, τα κάνω εδώ, δίπλα στο στρώμα μου, δικά μου σκατά είναι, τα χρησιμοποιώ για λάσπη και μεζέ για τη ρετσίνα, χεχέ, κολλάω τα βιβλία σαν τούβλα, το κάστρο μου πρέπει να είναι γερό, και τα σκατά κολλάνε εξαιρετικά· καφέ μυρωδάτο τσιμέντο.
Το μάτι του Ρώσου γυαλίζει, μάνα, έχεις δει, μανούλα, πώς χειρίζονται αυτά τα ρεμάλια τη φαλτσέτα; Παραφυλά πίσω από τις στοίβες των βιβλίων, θέλει να με πιάσει κοιμισμένο και να μου κόψει το λαρύγγι στα δυο.
Αλλά δεν θα σου κάνω το χατίρι να κοιμηθώ, μουνόπανο!

Αχ, μάνα, τι το ’θελα να πουλήσω το Έγκλημα και Τιμωρία, τόσα βιβλία, αυτό βρήκα, το αγαπημένο σου, το βιβλίο που διάβαζες ξανά και ξανά τις τελευταίες μέρες στο νοσοκομείο, κι έπειτα όταν τα μάτια σου έλειωσαν, το πρόσωπό σου έγινε ζάρες και κόκαλα, μου ζήτησες να σου το διαβάζω εγώ, ναι εγώ, εγώ, ξανά και ξανά από την αρχή, φορές αμέτρητες, ώσπου να ξεψυχήσεις, μανούλα, κι από τότε οι σκιές πύκνωσαν γύρω μου, οι ψίθυροι δυνάμωσαν και το κρύο ήρθε και με βρήκε, τουρτουρίζω, μάνα, τρέμω… Μ’ ακούς καριόλη, θα σου μπήξω το μαχαίρι στ’ αρχίδια, θα σε σκίσω, θέλω να σε δω να τραντάζεσαι, να πεθαίνεις, καριόλη, θα σου ξεριζώσω τη γλώσσα, τα αυτιά, θα σου βγάλω τα μάτια.

Ακούστε, ακούστε τη γριά, φωνάζει: «Όρμα, Ρασκόλνικοφ!»
Σκάσε, μπαμπόγρια, θα σου ξεριζώσω τα βυζιά!
Κρατώ τραπεζομάχαιρο.
Σκοπεύω να την κάνω από δω…
Αλίμονο αν με σταματήσει κανείς στα σκοτάδια.



Κυκλοφόρησε στη συλλογή διηγηματων "Ιστορίες Βιβλίων" (εκδ. Κaστανιώτη). Το σχέδιο που κοσμεί την ιστορία είναι του Φίλιππου Παπανικολάου

Πέμπτη, Νοεμβρίου 10, 2011

Βιβλιοκριτικες για τα μυθιστορήματά μου

Οι αισιόδοξοι:




Γιάννης ΠαπαγιάννηςΌταν η πολιτική εμπλέκεται στην τέχνη και γίνεται τέχνη, "Ελεύθερος Τύπος", 28.9.2013


Τζούλια ΓκανάσουΟι αισιόδοξοι, www.vakxikon.gr, τχ. 23, Σεπτέμβριος 2013


Φίλιππος ΦιλίππουΈγκλημα α λα ελληνικά, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 23.6.2013






Φετίχ:

Κωνσταντίνος ΜπούραςΕργοτάξιο παράλληλων συγγραφέων, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 685, 17.12.2011


Κώστας ΔρουγαλάςAnd now… the news, Περιοδικό "Ένεκεν", τχ. 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011


Νέστορας ΠουλάκοςΦετίχ, www.vakxikon.gr, τχ. 14, Ιούνιος - Αύγουστος 2011

Άρτεμις ΚαπούλαΦετίχ, www.protagon.gr, 20.5.2011


Νίκος ΚουνενήςΦετίχ, www.pressinaction.gr, 9.5.2011

"Βιτρίνα"Φετίχ, Περιοδικό "Index", τχ. 45, Μάιος 2011

Μυρτώ ΤσελέντηΚατανάλωση, η νέα θρησκεία, "Ο Κόσμος του Επενδυτή"/ Ένθετο "Culture", 7.4.2011




Το 13ο υπόγειο:

Κωνσταντίνος ΜπούραςΗ γενιά των 700 ευρώ διαβάζει Μπέκα;, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 621, 18.9.2010

Γιάννης ΑσδραχάςΤο 13ο υπόγειο, "Εξπρές", 4.7.2010


Νίκος ΑραπάκηςΤο 13ο υπόγειο, Περιοδικό "Bookmarks", τχ. 3, 9.12.2009


Γιώργος ΓιαννόπουλοςΤο 13ο υπόγειο, Περιοδικό "Ένεκεν", τχ. 13, Μάιος 2009

Ευτυχία ΠαναγιώτουΤο 13ο υπόγειο, Περιοδικό "Index", τχ. 31, Μάιος 2009



Νίκη Κεφαλά«Συνουσία και φυλακή», "Αγγελιοφόρος", 21.3.2009


Λώρη ΚέζαΟι συγγραφείς του αύριο, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 15.3.2009

Παρασκευή, Νοεμβρίου 04, 2011

Αναζητούνται εθελοντές


Αναζητούνται εθελοντές (Xριστιανοί κατά προτίμηση) για να βάλουν ένα χεράκι στον ασήκωτο σταυρό μαρτυρίου του ΓΑΠ.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 31, 2011

Έγραψε στην παλάμη του ένα ποίημα


Έγραψε στην παλάμη του ένα ποίημα. Έγραψε και το όνομα του ποιητή. Και στην παρέλαση σήκωσε την παλάμη του και τους το έδειξε, μπας και διαβάσουν και δουν το μέλλον και καταλάβουν. Μα εκείνοι οι ηλίθιοι, οι μύωπες νάνοι το πήραν για προσβολή.

"Μην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες".
Νίκος Καρούζος

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2011

"Καλύτερα να το πάρει η τράπεζα, ν' απαλλαγώ"

Οπτική γωνία Α:
«Ο ενοικιαστής του διαμερίσματος μ' έβαλε μέσα 12 ενοίκια, τα κοινόχρηστα και τους λογαριασμούς του τελεταίου εξαμήνου. Συνολικά 11.000 ευρώ. Επιπλέον κατέστρεψε την γκαραζόπορτα κι έκαψε τον εντοιχισμένο φούρνο. Παρέδωσε το σπίτι με τα πιο παρδαλά χρώματα που υπάρχουν. Πέρασαν δύο χρόνια κι ακόμα δεν πήρα τα χρήματα που οφείλει. Αλλά ο φόρος γι' αυτά έχει πληρωθεί».
Οπτική γωνία Β:
Μια οικογένεια ενοικιαστών, στην οδό Σουλτάνη στα Εξάρχεια, ζει χωρίς ρεύμα και νερό. Τα ξημερώματα παίρνουν τα παγούρια και κατεβαίνουν στην οδό Θεμιστοκλέους. Τα γεμίζουν από τις παροχές άλλων, που βρίσκονται στο πεζοδρόμιο, ανασηκώνοντας το μεταλλικό καπάκι. Το ίδιο κάνει και μια οικογένεια στο Γαλάτσι. Κατεβαίνουν στην αυλή και γεμίζουν πλαστικά μπουκάλια από την κοινόχρηστη βρύση.
Επιστροφή στην οπτική γωνία Α:
Η Τίνα Π. αγόρασε με δάνειο ένα δυάρι στην πλατεία Βικτωρίας. Το επισκεύασε και το νοίκιασε 380 ευρώ: «Δύο φορές νοικιάστηκε. Την πρώτη φορά ο ενοικιαστής έχασε τη δουλειά του. Αφησε χρέος 2.000 ευρώ σε ενοίκια κι όλους τους λογαριασμούς απλήρωτους. Τη δεύτερη τηλεφωνούσαμε ζητώντας το ενοίκιο και μας απειλούσαν. Πηγαίναμε συνοδεία αστυνομικών. Εξαφανίστηκαν αφήνοντας κι άλλα τόσα χρέη. Αλλά οι καταστροφές που έκαναν είναι μεγαλύτερες. Πέρασε καιρός, βάζουμε αγγελίες, αλλά δεν νοικιάζεται. Το κλειδώσαμε. Και το δάνειο τρέχει. Καλύτερα να το πάρει η τράπεζα, ν' απαλλαγώ».


Πηγή: Ελευθεροτυπία

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011

Ευθεία ή καμπύλη;


Με λέγανε πατριώτη. Κοροϊδευτικά. Επειδή όταν πήγαινα στην πλατεία έπαιρνα μαζί μου τη γαλανόλευκη που ξέμεινε απ' το ταξίδι στα γήπεδα της Πορτογαλίας όπου είχα πάει να δω την Εθνική. Την ιδέα να κατέβω στην πλατεία Συντάγματος την πέταξε ένας κοντός, που περίμενε μπροστά μου στην ουρά του ΟΑΕΔ. Την ιδέα για το ταξίδι στην Πορτογαλία την είχε ρίξει το πρώην αφεντικό μου.

Λένε πως παράτησε την Cayenne και κυκλοφορεί πλέον με παπάκι. Η τεχνική του εταιρεία χρεοκόπησε και έτσι βρέθηκε άνεργος και μόνος στην πλατεία. Ηταν απίστευτο. Μια κατασκήνωση πολιορκούσε τη Βουλή. Χαρούμενα πρόσωπα και γενικές συνελεύσεις και κιθάρες και μπίρες και συζητήσεις με αγνώστους. Είχα χρόνια να πιάσω κουβέντα με κάποιον άγνωστο, αν εξαιρέσουμε φυσικά τον τύπο στον ΟΑΕΔ που μου άνοιξε τα μάτια.

Την πρώτη φορά που την είδα διάβαζε ακουμπισμένη σ' ένα δέντρο. Είχε κατσαρά μαύρα μαλλιά, τα δόντια της ήταν λίγο αραιά, μα χαμογελούσε κι έλαμπε ο τόπος. Φορούσε ριχτά ρούχα και στα πόδια σαντάλια. Προσπάθησα να δω τον τίτλο του βιβλίου που διάβαζε, σήκωσε το βλέμμα και κοιταχτήκαμε.

"Καλό το βιβλίο;" ρώτησα.

"Κάτι παραπάνω από καλό", αποκρίθηκε.

"Με τι έχει να κάνει;".

"Με διάφορα".

"Οπως;".

"Οπως ότι η ευθεία δεν είναι ο πιο σύντομος δρόμος".

Μου έκανε σίγουρα πλάκα ή ήθελε να με βγάλει τρελό.

"Βλακείες", είπα, "έχω λύσει χιλιάδες ασκήσεις στο γυμνάσιο, το λύκειο, τη σχολή βασισμένες όλες σ' αυτόν τον κανόνα".

"Είσαι απ' αυτούς που έχουν κολλήσει στην εποχή του Νεύτωνα", είπε εκείνη, "ο Αϊνστάιν απέδειξε πως η καμπύλη είναι ο πιο σύντομος δρόμος".

Πού τον θυμήθηκε τον παλιο-Εβραίο, σκέφτηκα, ακούμπησα κάτω τη γαλανόλευκη, κι έκανα υπομονή να ολοκληρώσει.

"Μεγαλώσαμε με βεβαιότητες που αποδεικνύονται ψευδαισθήσεις. Δεν ήσουν σίγουρος μέχρι χθες ότι βάδιζες στον σωστό δρόμο;".

Κατάπια τη γλώσσα μου. Εκείνη χαμογέλασε.

"Ωραία βιβλία διαβάζεις", είπα.

"Ταιριαστά με την εποχή μας", αποκρίθηκε εκείνη.

Δεν ήταν εντυπωσιακή, είχε όμως κάτι που σε κέρδιζε, κάτι γήινο και αιθέριο μαζί. Η Μαρία ήταν ένα αίνιγμα. Οταν τέλειωνε την κάθε της φράση, που ήταν πάντα όμορφη και φιλοσοφημένη, ακολουθούσε το αφοπλιστικό της χαμόγελο, σ' έκανε να χαμογελάσεις αντανακλαστικά. Ηθελα να διαβάσω αυτό το βιβλίο οπωσδήποτε, για πόσο ακόμα θα ζούσα στην εποχή του Νεύτωνα; Πριν όμως προφτάσω να ρωτήσω λεπτομέρειες, ένας μουσάτος τη φώναξε, έβαλε το βιβλίο στην τσάντα της, με χαιρέτησε και χάθηκε στο πλήθος. Από τότε την είδα δυο-τρεις φορές ακόμα στην πλατεία, μα είχε παρέα.

Τα παιδιά στις σκηνές της πλατείας, καλά παιδιά, αλλά στράβωναν όταν με έβλεπαν να κρατώ τη σημαία. Στην αρχή. Γιατί μετά κατάλαβαν ότι δεν είχαν να κάνουν με κανέναν φασίστα. Οχι, φασίστας δεν ήμουν με τίποτα. Το δούλεμα πάντως δεν το γλίτωσα, κι ας ήμουν 1.90 και μπρατσωμένος. Με πρόδιδε, βλέπετε, το πρόσωπό μου. Πρόσωπο αγαθού παιδιού με κορμί παλαιστή. "Πού 'σαι, ρε πατριώτη;" μου φώναζαν από μακριά και έβαζαν τα γέλια. Το έπνιγα μέσα μου, σφιγγόμουν.

Παρ' όλα αυτά, ήθελα να βοηθήσω με τα θέματα της πλατείας, χρόνο είχα άφθονο, άνεργος ήμουν και μόνος, τόσο μόνος που με είχα βαρεθεί. Με είχαν στοιχειώσει εκατοντάδες βράδια, εγώ κι ο εαυτός μου μπροστά στην τηλεόραση. Να τα ξορκίσω γύρευα.

Ετρωγα μόνος, κοιμόμουν μόνος, μιλούσα μόνος, ντρέπομαι τώρα που θα το πω, αλλά είναι αλήθεια, και η αλήθεια να λέγεται, είχα διδακτορικό στον αυνανισμό. Οταν με άγγιζε ανθρώπινο χέρι, νόμιζα πως είχε κακό σκοπό.

Εφευγα απ' την πλατεία και τριγυρνούσα στα γύρω στενά, βόλτα εγώ και η γαλανόλευκη, μόνοι οι δυο μας.

Το σκέφτομαι τώρα, τι κόλλημα κι αυτό με τη σημαία. Παρατηρούσα τις γκρίζες πολυκατοικίες, ένας λαβύρινθος ήταν για μένα η Αθήνα, βρώμικος, άσχημος, αφιλόξενος. Αναζητούσα διέξοδο, η πλατεία βοηθούσε, μα δεν θα μ' έσωζε.

Θυμάμαι τη μέρα που αποφασίσαμε να περικυκλώσουμε τη Βουλή. Στην πλατεία δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές και συνθήματα και πλακάτ και φάσκελα. Εψαχνα με το βλέμμα μου τη Μαρία, πουθενά. Ξαφνικά ακούστηκαν εκρήξεις. Δακρυγόνα, σύννεφα καπνού. Το πλήθος υποχώρησε φοβισμένο, μα δεν παρασύρθηκα απ΄ το στριμωξίδι. Εμεινα εκεί μετέωρος μες στο σύννεφο, εγώ και η γαλανόλευκη, με μάτια να καίνε. Στη σκέψη μου ήρθε η παλιά φωτογραφία του παππού δίπλα στο τζάκι, σημαιοφόρος στο αλβανικό έπος, ήρωας, έπεσε στην πρώτη γραμμή. Δεν το χάρηκε το παράσημο η γιαγιά. Εγώ το χάρηκα.

Απ' τη μια ο κόσμος τρομαγμένος. Απ' την άλλη τα ΜΑΤ ετοιμάζονταν για επίθεση. Ποιος ήταν ο πιο σύντομος δρόμος διαφυγής; Η ευθεία ή η καμπύλη; Ευθείες τα κλομπ. Καμπύλες τα κράνη. Δόθηκε το σύνθημα και οι μπάτσοι όρμησαν, χτυπούσαν όποιον κληρωθεί, η άσφαλτος γέμισε αίμα. Στεκόμουν σοκαρισμένος μες στο πανδαιμόνιο, ακίνητος με τη σημαία στο χέρι. Παρατηρούσα αμέτοχος, λες και ζούσα άλλο ένα βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Ανήκα μόνο στον εαυτό μου. Και στη σημαία μου. Ενας φλώρος με γυαλιά μυωπίας βγήκε απ' τους καπνούς και φώναξε στους μπάτσους "Ντροπή σας!" Τον χτύπησαν άγρια, με μανία, έπεσε, σύρθηκε μπρος μου, τον ποδοπάτησαν.

Τρελάθηκα. Στα χέρια μου η σημαία έγινε λοστός, γύρισα, κοίταξα απειλητικά τους μπάτσους, μα η καπνίλα ήταν ανυπόφορη, τα χημικά δηλητήριο, πνιγόμουν. Και τότε με χτύπησε στο κεφάλι μια αδέσποτη πέτρα.

"Tractatus Magico-Philosophicus, Tractatus Magico-Philosophicus". Πέντε-έξι άτομα βρίσκονταν γύρω από μια φωτιά κι ακουγόταν ψιθυριστά μια μεθυστική ψαλμωδία, μια μόνο φράση, που επαναλαμβανόταν ακατάπαυστα: "Tractatus Magico-Philosophicus, Tractatus Magico-Philosophicus", ξανά και ξανά. Πρέπει να ονειρευόμουν. Τα πρόσωπά τους τα 'χαν βαμμένα λευκά, ήταν κάτι ανάμεσα σε γκέισες και αρχαίους πολεμιστές. Θαρρείς και ο καθένας εκπροσωπούσε τη δικιά του φυλή, κάπνιζαν την πίπα της ειρήνης.

Γύρισαν όλοι μαζί και μου χαμογέλασαν με το χαμόγελο της Μαρίας. Σίγουρα ονειρευόμουν. Είχα χάσει τις αισθήσεις μου και ταξίδευα.

Βρισκόμουν μέσα σε μια ινδιάνικη σκηνή. Σε ρόλο αρχηγού γύρω απ' τη φωτιά, κάποιος με μακριά καστανά μαλλιά, κρατούσε το βιβλίο που διάβαζε η Μαρία. Ηταν συγγραφέας, έτσι είπαν. "Αν σκέφτεσαι μόνο, δεν υπάρχεις", μου είπε ο παράξενος συγγραφέας κι αμέσως συμπλήρωσε: "Σκέφτομαι και αισθάνομαι, άρα υπάρχω". Με πλησίασε και μου έδωσε την πίπα της ειρήνης. Εκλεισα τα μάτια και τράβηξα μια γερή ρουφηξιά, έφτασε ο καπνός στις πατούσες μου. Ζαλίστηκα, χάθηκα στο σκοτάδι, κι επέστρεψα απ' τον κόσμο της φαντασίας πίσω στον κόσμο της πραγματικότητας.

Ανοίγοντας τα μάτια, βρέθηκα μέσα σ' ασθενοφόρο, η σειρήνα του ούρλιαζε. Επιασα το κεφάλι μου, ήταν ματωμένο, ο σφυγμός στα αυτιά μου ταμπούρλο. Εκανα να βρω τη σημαία, μα τίποτα. Οταν λίγη ώρα αργότερα ο γιατρός μπάλωσε με βελόνα και κλωστή το κεφάλι μου και βγήκα στον διάδρομο του νοσοκομείου, είδα μαζεμένα μερικά παιδιά απ' την πλατεία. Χάρηκα, τους πλησίασα, και? ήταν κι εκείνη μαζί. Το κορίτσι με τα λίγο αραιά δόντια μου χαμογέλασε. Κάτασπρη, ταλαιπωρημένη, χτυπημένη. Στο κεφάλι είχε και αυτή μια γάζα. "Παράσημο απ' τους προστάτες των πολιτών", είπαν τα παιδιά. Χάιδεψε το πληγωμένο μου κεφάλι και κάτι σαν ηλεκτρισμός διαπέρασε όλο μου το κορμί. Ζαλισμένος απ' τα χημικά και το δυνατό χτύπημα, χάθηκα βαθιά μες στα μάτια της κι εκεί είδα ένα καταπράσινο νησί και δέντρα και φωτιά στην ακροθαλασσιά, εγώ κι εκείνη.

Μια εικόνα που ζωντάνεψε τέλη καλοκαιριού. Εκείνο το καλοκαίρι που άλλαξαν όλα, που γνώρισα τη Μαρία, και αποφασίσαμε να φύγουμε απ' την τσιμεντούπολη για την όμορφη Ανάβρα, ψηλά στα βουνά. Οσο μακρύτερα γινόταν απ' τους κανόνες εκείνων που όριζαν μέχρι χθες τη μοίρα μας. Ο δρόμος τους ήταν απάνθρωπος, δεν ήταν για μας. Αργήσαμε πολύ να το καταλάβουμε, να ακολουθήσουμε το ένστικτό μας.

"Σαν ντόμινο απλώνονται οι ρωγμές, αν θέλουν οι ψυχές των ανθρώπων, και το τσιμέντο σβήνει κάτω απ' το πράσινο και οι εξουσίες πέφτουν", είχε πει η Μαρία και από ό,τι φάνηκε, τελικά είχε δίκιο.

Δημοσιεύτηκε στο Έθνος 23/8/2011

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2011

Το μανιφέστο του «Πραγματική Δημοκρατία τώρα»

Στη δημοσιότητα έχει δοθεί το μανιφέστο της κίνησης «Πραγματική Δημοκρατία τώρα» (Democracia Real Ya), που τις τελευταίες ημέρες έχει βρεθεί στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος με τις ογκώδεις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που έχει οργανώσει στη Μαδρίτη και σε πολλές μεγάλες πόλεις της Ισπανίας. Το enet.gr επιχείρησε μια απόδοση του κειμένου στα ελληνικά:

Είμαστε απλοί άνθρωποι. Είμαστε σαν κι εσάς: άνθρωποι που κάθε πρωί πηγαίνουν να σπουδάσουν, να εργαστούν ή να βρουν δουλειά, άνθρωποι που έχουν οικογένεια και φίλους. Είμαστε άνθρωποι που εργάζονται σκληρά κάθε ημέρα για να ζήσουν και να προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον στους γύρω μας.

Κάποιοι από εμάς είναι προοδευτικοί, κάποιοι άλλοι συντηρητικοί. Μερικοί έχουν «πιστεύω», μερικοί δεν έχουν. Μερικοί έχουν συγκεκριμένη ιδεολογία, και άλλοι είναι απολίτικοι. Ολοι μας όμως είμαστε ανήσυχοι και θυμωμένοι από τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις που βλέπουμε γύρω μας. Από τη διαφθορά των πολιτικών, των επιχειρηματιών, των τραπεζιτών… Από το ότι οι απλοί άνθρωποι αισθάνονται αβοήθητοι.

Αυτή η κατάσταση μας πληγώνει όλους καθημερινά. Ομως αν ενωθούμε μπορούμε να την αλλάξουμε. Ήρθε η ώρα να ξεκινήσουμε το χτίσιμο μιας καλύτερης κοινωνίας.

Πιστεύουμε ότι:

-Προτεραιότητα για κάθε προηγμένη κοινωνία πρέπει να είναι η ισότητα, η πρόοδος, η αλληλεγγύη, η ελευθερία της συμμετοχής στον πολιτισμό, την οικολογική βιωσιμότητα και την ανάπτυξη, την ευημερία και την ευτυχία των ανθρώπων.

-Υπάρχουν βασικά δικαιώματα που πρέπει να προστατεύονται στην κοινωνία μας: το δικαίωμα στη στέγαση, την απασχόληση, τον πολιτισμό, την υγεία, την εκπαίδευση, την πολιτική συμμετοχή, την ελεύθερη προσωπική ανάπτυξη, τα δικαιώματα του καταναλωτή, το δικαίωμα για μια υγειή και ευτυχισμένη ζωή.

-Με τον τρόπο που λειτουργούν σήμερα η κυβέρνηση και το οικονομικό μας σύστημα αδυνατούν να αντιμετωπίσουν αυτές τις προτεραιότητες και αυτό αποτελεί πλέον εμπόδιο για την πρόοδο των ανθρώπων.

-Δημοκρατία σημαίνει κυβέρνηση του λαού (δήμος = λαός, κράτος = κυβέρνηση), και αυτό θα πρέπει να συμβαίνει. Αντίθετα, ξέρουμε όλοι ότι το πολιτικό μας σύστημα δεν θέλει καν μας ακούσει. Το καθήκον τους θα έπρεπε να είναι να μεταφέρουν τη φωνή μας στα εθνικά και διεθνή θεσμικά όργανα, να διευκολύνουν την συμμετοχή των πολιτών μέσα από κανάλια άμεσης επικοινωνίας, να λειτουργούν προς όφελος της ευρύτερης κοινωνίας και όχι υπέρ των πλουσίων που ευημερούν εις βάρος μας, όχι ακολουθώντας πιστά μονάχα τις προσταγές των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων τα οποία έχουν επιβάλει τη δικτατορία και την κομματοκρατία.

-Η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια των λίγων παράγει ανισότητα, προκαλεί εντάσεις, φέρνει αδικία, η οποία οδηγεί στη βία. Κι εμείς την απορρίπτουμε.Το απαρχαιωμένο οικονομικό μοντέλο παγιδεύει την ατμομηχανή της κοινωνίας μέσα σε ένα φαύλο κύκλο όπου οι λίγοι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι πολλοί βουλιάζουν στη φτώχεια τη μιζέρια. Και έτσι καταρρέουμε. Μοναδικός σκοπός του συστήματος είναι η συσσώρευση κεφαλαίων σε βάρος της αποτελεσματικότητας και της ευημερίας της κοινωνίας.

-Η σπατάλη πόρων οδηγεί στην καταστροφή του πλανήτη, δημιουργώντας ανεργία και οι καταναλωτές πολίτες αποτελούν μέρος του κέντρου βάρους σε ένα μηχάνημα σχεδιασμένο να εμπλουτίσει μια μειοψηφία που δεν ξέρει τις ανάγκες μας.

-Είμαστε ανώνυμοι αλλά χωρίς εμάς τίποτα δεν θα μπορούσε να υπάρξει, καθώς εμείς κινούμε τον κόσμο. Αν σαν κοινωνία μάθουμε να μην εμπιστευόμαστε αφηρημένες οικονομικές αποδόσεις που ποτέ δεν ωφελούν τους πολλούς, μπορούμε να εξαλείψουμε τις καταχρήσεις και τις ελλείψεις από τις οποίες σήμερα όλοι υποφέρουμε. Χρειάζεται μια ηθική επανάσταση… Είμαστε άνθρωποι, όχι προϊόντα σε μια αγορά…

Για όλα τα παραπάνω, είμαι εξοργισμένος.
Νομίζω ότι μπορώ να το αλλάξουμε.
Νομίζω ότι μπορώ να βοηθήσω.
Ξέρω ότι μαζί μπορούμε.
Παρέα με εμάς. Είναι δικαίωμά σας.


Πηγή: http://ecoleft.wordpress.com