Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017

Η αρχή από το "Μαύρο Φυλαχτό"

Βαγγέλης Μπέκας

Ταξιδεύοντας για την πολιτεία των Κορφών*

 καλοκαίρι, 1797


Εδώ, στο βράχο που στέκομαι, στην άκρη του γκρεμού, την πάτησε κάτω ο άντρας της με το γόνατο στο λαιμό, σαν να ’ταν προβατίνα για σφάξιμο και γύρω όλο το χωριό να κοιτάει.
Κι αυτή, γυναίκα όμορφη, ψηλή και κορδωμένη   −πρωτοξαδέρφη την είχα απ’ την μεριά του πατέρα− σερνόταν τρομαγμένη πια στην κόψη του γκρεμού. Μάταια προσπαθούσε να του ξεφύγει. Ανήμπορη και βουβή κάτω στο χώμα, τον κοίταγε και εκλιπαρούσε με κλαμένα μάτια. Το βλέμμα της χαμένο στη σκόνη που σήκωναν τα τσαρούχια του άντρα της. Τσαρούχια δίχως φούντα. Οι φούντες είναι για τις γιορτές και τις εκκλησιές του κάμπου, δεν χωρούν σε σφαγές στα κατσάβραχα του Σουλίου.
 «Δεν κρένεις τώρα, ωρή, κατάπιες τη γλώσσα σου;» αντήχησε στα βράχια η βραχνή φωνή του και την άρπαξε απ’ τα μαύρα της μαλλιά, που άστραφταν στον ήλιο. «Όταν έχωσες τον διάολο κάτω απ’ την ποδιά σου, έμεινες μουγκή; Κρίνε τώρα ό,τι έχεις μέσα σου, μίλα πριν σε πάρει το ποτάμι…»
Ακόμα η αγριοφωνάρα του τρυπώνει στον ύπνο μου και με ξυπνά. Γιατί τότε κιότεψα, δεν μίλησα. Έτρεμα σαν αμούστακο προσπαθώντας να βαστάξω τη θεια να μη σωριαστεί. Λύγισε η έρμη, μαυροφορέθηκε κι έκλαιγε για τη μικρή της κόρη.
Στέκαμε όλοι άπραγοι σε σχήμα μισοφέγγαρου και κοιτούσαμε το χαλασμό. Φουστανελάδες με βλέμμα υγρό και τις σπάθες κρεμασμένες στο πλάι, γυναίκες με λευκά τσεμπέρια στα μαλλιά και μωρά παιδιά που έσκουζαν τρομαγμένα στην ποδιά της μάνας. Κι οι μαυροφορεμένες γριές με τους ρόζους στα χέρια, σταυροκοπιούνταν μπρος στα κυπαρίσσια.
Όλοι άπραγοι. Αδερφό δεν είχε. Κι εγώ, ο πρωτοξάδερφος, δεν έβγαλα μιλιά.
Μου ’ρθε, θυμάμαι, η μυρωδιά ρόδου που ’βαζε στα μαλλιά της, κι ύστερα η μύτη της άνοιξε κι έτρεχε, το αίμα της λέκιασε το χώμα. Το μύρισα, ο νους μου θόλωσε. Πήρα βαθιά ανάσα να ’ρθω στα συγκαλά μου και πισωπάτησα αντί να κάνω μπρος να του φωνάξω: «Όπα, ως εδώ!»
Ο άντρας της σκούπισε με τα χοντρά του δάχτυλα τον ιδρώτα απ’ το κούτελό του, σήκωσε το βλέμμα και μας κοίταξε. Η ματιά του ήταν κόκκινη. Μεσημέρι μες στο κατακαλόκαιρο κι ήταν μούσκεμα απ’ το λιοπύρι, μα μου φάνηκε δακρυσμένος.
Έλυσε γύρω απ’ τη μέση του το σακί. Την πάτησε στο στήθος. Την έκανε ένα με τη γη και με δυο τρεις σβέλτες κινήσεις την έχωσε μέσα. Εκείνη ακόμα δεν έβγαζε μιλιά, μονάχα έσκουζε. Σαν να ’τανε μουγκή του μιλούσε με τα μάτια, για να την λυπηθεί.
Το χέρι του όμως ήταν σταθερό, λες κι έχωνε τον Αλή πασά στο σακί. Την έραψε μέσα. Βελονιά τη βελονιά. Κι εκείνη η καψερή μονάχα τότε ξέσπασε:
«Συγχώρα με, Λάμπρο μ’… συγχώρα με, τη δόλια».
Ο Λαμπρο-Βέλιος όμως τη σήκωσε ψηλά να τη δει όλο το χωριό μες στο σακί κλεισμένη, να κλωτσάει, να χτυπιέται, να μουρμουράει μια προσευχή. Η θεια λύγισε και γονάτισε δίπλα μου, έσκυψα κοντά της. Σκούπισα το δακρυσμένο μούτρο μου στην πουκαμίσα να μην με δουν οι χωριανοί να κλαίω σαν γυναικούλα και τον ξανακοίταξα.
Στα αλήθεια ήταν κι εκείνος δακρυσμένος. Την αγαπούσε, ο έρμος, αλλά έδωσε μια μ’ όλη του τη δύναμη και την πέταξε κάτω στο φαράγγι. Να πάρει τη μοιχαλίδα ο αφρισμένος ποταμός, να την πνίξει στη θάλασσα.
Ξαδέρφη μου ήταν. Αίμα μου. Θυμάμαι τούτα κι ακόμα με πονάει, όμως τι να ’κανα; Αυτοί ήταν οι νόμοι στα βουνά μας. Αν πήγαινα κόντρα θα μ’ έτρωγε το Σούλι κι ήμουν νέος πολύ για να φαγωθώ. Της είχα πει να βιαστεί να ακολουθήσει βράδυ εκείνον που στα κρυφά αγάπησε. Εκείνος πρόφτασε και το ’σκασε στον κάμπο. Θα ’χε σωθεί, δεν μ’ άκουσε.
«Άιντε, Μάρκο, τι έπαθες και μαρμάρωσες; Είδες άγγελο με ουρά φιδιού;» μου φώναξε ο Γιώργης που κατέβαινε σαν κατσίκι το φαράγγι στα σκοτάδια. «Βιάσου, θα μας βρει ο ήλιος!»
Άφησα πίσω τον βράχο που χάθηκε η ξαδέρφη μου, ξόρκισα τη θύμησή της, άνοιξα το βήμα και τον ακολούθησα στους γκρεμούς. Όσο κι αν το ’θελα να φύγω μακριά απ’ τους χαλασμούς, σύντομα θα ’ρχόμουνα για δεύτερη φορά σ’ ανάλογη κατάσταση. Κι ακόμα χειρότερη. Μύριες φορές πιο πάνω.

---


Απ’ τα βουνά του Σουλίου ξεκινήσαμε σαν σκοτείνιασε και θέλαμε κοντά επτά ώρες περπάτημα για να φτάσουμε στην Πάργα κι από κει ποιος ξέρει ακόμα πόσες για τους Κορφούς. Μάθαμε πως οι Φραντσέζοι του Βοναπάρτη χάλασαν τους Βενετούς, πήραν το νησί και το ’χαμε έγνοια μην μείνουμε από συμμάχους. [...]

*Η Κέρκυρα όπως τη λέγανε τότε.

ΥΓ. Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν τις πρώτες 80 σελίδες του βιβλίου στο site των εκδόσεων Ψυχογιός.